Πτώση 34% στα κέρδη μετά από φόρους κατέγραψε η Ryanair κατά το α' τρίμηνο της οικονομικής χρήσης που έληξε τον Ιούνιο του 2026, καθώς η απότομη αύξηση της τιμής των αεροπορικών καυσίμων που δεν καλύπτονταν από συμβάσεις αντιστάθμισης κινδύνου επιβάρυνε σημαντικά το λειτουργικό κόστος του ομίλου.
Τα κέρδη μετά από φόρους διαμορφώθηκαν στα 538 εκατ. ευρώ, έναντι 820 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους. Η εταιρεία απέδωσε την υποχώρηση τόσο στην εκτίναξη της τιμής του 20% των καυσίμων της που δεν καλυπτόταν από αντιστάθμιση όσο και στη μείωση των ναύλων κατά 6%.
Σύμφωνα με τη Ryanair, η τιμολογιακή πίεση συνδέεται κυρίως με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, την οικονομική αβεβαιότητα, τις ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις αεροπορικών καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την τάση των επιβατών να πραγματοποιούν τις κρατήσεις τους πιο κοντά στην ημερομηνία αναχώρησης. Τα συγκρίσιμα στοιχεία επηρεάστηκαν επίσης από το γεγονός ότι μέρος των πασχαλινών διακοπών είχε συμπεριληφθεί στο δ' τρίμηνο της προηγούμενης χρήσης.
Αύξηση επιβατών, αλλά χαμηλότερα έσοδα ανά επιβάτη
Η μείωση αυτή επήλθε παρότι η επιβατική κίνηση αυξήθηκε κατά 6%, φθάνοντας τα 61,3 εκατ. επιβάτες από 57,9 εκατ. έναν χρόνο νωρίτερα. Ο συντελεστής πληρότητας παρέμεινε αμετάβλητος στο 94%.
Τα συνολικά έσοδα ενισχύθηκαν οριακά κατά 1%, στα 4,38 δισ. ευρώ από 4,34 δισ. ευρώ. Ωστόσο, τα έσοδα ανά επιβάτη μειώθηκαν κατά 5%, καθώς ο μέσος ναύλος υποχώρησε κατά 6%, ενώ τα έσοδα από συμπληρωματικές υπηρεσίες ανά επιβάτη παρέμειναν σταθερά.
Τα έσοδα από προγραμματισμένες πτήσεις μειώθηκαν κατά 1%, στα 2,91 δισ. ευρώ, ενώ τα συνολικά έσοδα από συμπληρωματικές υπηρεσίες αυξήθηκαν παράλληλα με την επιβατική κίνηση, φθάνοντας τα 1,47 δισ. ευρώ.
Άνοδος 11% στο λειτουργικό κόστος
Το λειτουργικό κόστος αυξήθηκε κατά 11%, στα 3,81 δισ. ευρώ από 3,42 δισ. ευρώ. Το μοναδιαίο κόστος ενισχύθηκε κατά 5%, καθώς η τιμή των μη αντισταθμισμένων αεροπορικών καυσίμων διπλασιάστηκε και έφθασε τα 150 δολάρια ανά βαρέλι.
Στην αύξηση του κόστους συνέβαλε και η διακοπή των αποζημιώσεων από προμηθευτές, μετά την παράδοση του τελευταίου Boeing 737-8200 «Gamechanger» τον Φεβρουάριο του 2026.
Η Ryanair έχει αντισταθμίσει το 80% των αναγκών της σε καύσιμα για την τρέχουσα οικονομική χρήση, με μέση τιμή περίπου 67 δολάρια ανά βαρέλι. Για την επόμενη χρήση, του 2028, έχει ήδη καλύψει το 15% των αναγκών της σε μέση τιμή περίπου 85 δολάρια ανά βαρέλι.
Ο διευθύνων σύμβουλος του ομίλου, Michael O’Leary, υποστήριξε ότι η πολιτική αντιστάθμισης περιορίζει την έκθεση της εταιρείας στη μεταβλητότητα των τιμών του πετρελαίου και διευρύνει το πλεονέκτημα κόστους της έναντι άλλων ευρωπαϊκών αεροπορικών εταιρειών.
Αποπληρώθηκε το τελευταίο ομόλογο
Στις 30 Ιουνίου, τα συνολικά ταμειακά διαθέσιμα του ομίλου ξεπερνούσαν τα 2,8 δισ. ευρώ, μετά την αποπληρωμή χρέους ύψους 1,3 δισ. ευρώ και την πραγματοποίηση κεφαλαιουχικών δαπανών 500 εκατ. ευρώ.
Τον Μάιο, η Ryanair αποπλήρωσε το τελευταίο ομόλογό της, ύψους 1,2 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα ο όμιλος να μην εμφανίζει πλέον χρηματοοικονομικό χρέος. Διαθέτει επίσης ανακυκλούμενη πιστωτική γραμμή ύψους 1,1 δισ. ευρώ, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό αχρησιμοποίητη.
Ο στόλος της περιλαμβάνει 620 αεροσκάφη Boeing 737 χωρίς εμπράγματες επιβαρύνσεις, ενώ η εταιρεία διατηρεί πιστοληπτική αξιολόγηση BBB+.
Η Ryanair έχει ολοκληρώσει περίπου το 90% του προγράμματος επαναγοράς μετοχών ύψους 750 εκατ. ευρώ. Μέχρι στιγμής έχουν αγοραστεί και ακυρωθεί περισσότερες από 25 εκατ. μετοχές, με μέση τιμή 26,35 ευρώ ανά μετοχή.
Για το επόμενο διάστημα, οι χρηματοδοτικές προτεραιότητες περιλαμβάνουν τις επενδύσεις για την αγορά αεροσκαφών MAX-10, την καταβολή μερισμάτων, την ολοκλήρωση του προγράμματος επαναγοράς μετοχών και την αύξηση των συνολικών ταμειακών διαθεσίμων στα 4 δισ. ευρώ.
Στόχος τα 216 εκατ. επιβάτες
Ο συνολικός στόλος του ομίλου αριθμεί 647 αεροσκάφη, στα οποία περιλαμβάνονται και τα 210 Boeing 737-8200 «Gamechanger». Η εταιρεία εκτιμά ότι η επιβατική κίνηση θα αυξηθεί κατά 4% στην τρέχουσα χρήση, φθάνοντας τα 216 εκατ. επιβάτες.
Επιπλέον, η Boeing εξακολουθεί να αναμένει την πιστοποίηση του MAX-10 στα τέλη του καλοκαιριού του 2026. Οι πρώτες 15 παραδόσεις προς τη Ryanair προγραμματίζονται για την άνοιξη του 2027.
Συνολικά, η αεροπορική εταιρεία αναμένει να παραλάβει 300 MAX-10 έως τον Μάρτιο του 2034. Τα συγκεκριμένα αεροσκάφη προβλέπεται να διαθέτουν 20% περισσότερες θέσεις και να καταναλώνουν 20% λιγότερα καύσιμα.
Νέες βάσεις και μεταφορά χωρητικότητας
Για τη θερινή περίοδο του 2026, η Ryanair άνοιξε τρεις νέες βάσεις στο Ραμπάτ, στα Τίρανα και στο Τράπανι και έθεσε προς πώληση 130 νέα δρομολόγια.
Η εταιρεία ανέφερε ότι, λόγω της περιορισμένης αύξησης της χωρητικότητας, μεταφέρει αεροσκάφη και δρομολόγια προς χώρες, περιφέρειες και αεροδρόμια που μειώνουν τους φόρους και τα τέλη αερομεταφορών.
Μεταξύ των αγορών που προσφέρουν κίνητρα ανάπτυξης κατονόμασε την Αλβανία, την Ιταλία, το Μαρόκο, τη Σλοβακία και τη Σουηδία. Αντίθετα, περιορίζει πτήσεις σε αγορές με υψηλότερη φορολογία και κόστος, όπως η Αυστρία, το Δουβλίνο, η Γερμανία και τα περιφερειακά αεροδρόμια της Ισπανίας.
Περιορισμένη ευρωπαϊκή χωρητικότητα έως το 2030
Η εταιρεία εκτιμά ότι η διαθέσιμη χωρητικότητα στις ευρωπαϊκές πτήσεις μικρών αποστάσεων θα παραμείνει περιορισμένη τουλάχιστον έως το 2030.
Ως βασικούς παράγοντες αναφέρει τις καθυστερήσεις των δύο μεγάλων κατασκευαστών στις παραδόσεις αεροσκαφών, τις καθυστερήσεις στις επισκευές κινητήρων της Pratt & Whitney, την επιτάχυνση της συγκέντρωσης στον ευρωπαϊκό αεροπορικό κλάδο και τις πιέσεις που δέχονται οι ζημιογόνες εταιρείες από το υψηλότερο κόστος καυσίμων και το ισχυρό αμερικανικό δολάριο.
Η εταιρεία θεωρεί ότι οι περιορισμοί της προσφοράς, σε συνδυασμό με το χαμηλότερο κόστος, τον ισχυρό ισολογισμό και το πρόγραμμα παραγγελιών νέων αεροσκαφών, μπορούν να υποστηρίξουν την αύξηση της επιβατικής κίνησης σε περισσότερους από 300 εκατ. επιβάτες ετησίως έως τη χρήση του 2034.
Ικανοποίηση πελατών στο 91%
Κατά το πρώτο τρίμηνο, ο δείκτης ικανοποίησης πελατών διαμορφώθηκε στο 91%, καταγράφοντας αύξηση δύο ποσοστιαίων μονάδων σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Κατά τη θερινή περίοδο, ο όμιλος χρησιμοποιεί 210 αεροσκάφη «Gamechanger», τα οποία διαθέτουν 4% περισσότερες θέσεις και καταναλώνουν 16% λιγότερα καύσιμα.
Παράλληλα, προετοιμάζεται για την ένταξη των πρώτων MAX-10 στο τέταρτο τρίμηνο, ενώ κατά τη χειμερινή περίοδο αναμένεται να ολοκληρώσει την τοποθέτηση νέων ακροπτερυγίων στον στόλο των Boeing 737NG. Η παρέμβαση εκτιμάται ότι θα μειώσει την κατανάλωση καυσίμων κατά 1,5% και τον θόρυβο κατά 6%.
Χωρίς πρόβλεψη για τα ετήσια κέρδη
Η διοίκηση διατήρησε την πρόβλεψη για αύξηση της επιβατικής κίνησης κατά 4% στη χρήση του επόμενου έτους, στα 216 εκατ. επιβάτες. Η αύξηση αναμένεται να διαμορφωθεί στο 6% κατά το πρώτο εξάμηνο και στο 2% κατά το δεύτερο.
Η Ryanair εκτιμά ότι η αντιστάθμιση του 80% των αναγκών σε καύσιμα έως τον Μάρτιο του 2027 θα συμβάλει στον περιορισμό των επιπτώσεων από τη μεταβλητότητα του πετρελαίου. Παράλληλα, καλείται να απορροφήσει αύξηση περίπου 300 εκατ. ευρώ στους περιβαλλοντικούς φόρους της ΕΕ, σημαντικές μισθολογικές αυξήσεις για τα πληρώματα και υψηλότερο κόστος συντήρησης.
Το τελικό μοναδιαίο κόστος θα εξαρτηθεί από την τιμή του 20% των καυσίμων που παραμένει χωρίς αντιστάθμιση κατά τα επόμενα τρία τρίμηνα.
Η εταιρεία ανέφερε ότι οι κρατήσεις για τη θερινή περίοδο παραμένουν ισχυρές, ωστόσο πραγματοποιούνται πιο κοντά στην ημερομηνία ταξιδιού σε σχέση με πέρυσι, περιορίζοντας την ορατότητα ως προς την εξέλιξη των εσόδων.
Οι τιμές του δεύτερου τριμήνου κινούνται ελαφρώς χαμηλότερα σε ετήσια βάση, ενώ η τελική εικόνα των ναύλων του πρώτου εξαμήνου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.
Η Ryanair δεν έδωσε πρόβλεψη για τα κέρδη μετά από φόρους του συνόλου της χρήσης, επικαλούμενη την έλλειψη ορατότητας για το δεύτερο εξάμηνο.
Όπως σημείωσε, η τελική κερδοφορία παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως πιθανή κλιμάκωση των συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και στην Ουκρανία, η εξέλιξη των τιμών των μη αντισταθμισμένων καυσίμων, ενδεχόμενοι μακροοικονομικοί κραδασμοί και οι συνεχιζόμενες απεργίες και δυσλειτουργίες στον ευρωπαϊκό έλεγχο εναέριας κυκλοφορίας.