Σημαντική ανάπτυξη κατέγραψε η ελληνική αγορά τυχερών παιχνιδιών κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, με τις διαδικτυακές εταιρείες να πρωταγωνιστούν στην ανοδική πορεία του κλάδου. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ), το συνολικό αναμορφωμένο μέγεθος της αγοράς (TGR) έφτασε τα 8,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 10% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Όπως προκύπτει από την έκθεση της ΕΕΕΠ, τα ακαθάριστα έσοδα των παρόχων (GGR*) διαμορφώθηκαν στα 1,56 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 8%, ενώ ιδιαίτερα δυναμική ήταν η ανάπτυξη των αδειοδοτημένων διαδικτυακών εταιρειών. Το αναμορφωμένο TGR** τους αυξήθηκε κατά 15,8%, φτάνοντας τα 4,18 δισ. ευρώ, με τα ακαθάριστα έσοδά τους να ενισχύονται κατά 18,7%, στα 647,2 εκατ. ευρώ.
Ανοδική πορεία παρουσίασε και η δραστηριότητα του ΟΠΑΠ μέσω πρακτορείων και VLTs, με αύξηση 6,7% στο αναμορφωμένο TGR, ενώ αντίθετα τα λαχεία κατέγραψαν πτώση 6,7% και τα καζίνο οριακή υποχώρηση 1,3% στο ίδιο μέγεθος. Παράλληλα, τα δικαιώματα του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 11,4%, στα 369,6 εκατ. ευρώ, και ο φόρος επί των κερδών των παικτών κατά 19,2%, στα 255 εκατ. ευρώ.
Τα στοιχεία αποτυπώνουν τη διαρκώς αυξανόμενη βαρύτητα του διαδικτυακού τζόγου στην ελληνική αγορά, καθώς οι αδειοδοτημένοι online πάροχοι αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το μισό του συνολικού αναμορφωμένου TGR. Διευκρινίζεται ότι το συγκεκριμένο μέγεθος δεν ταυτίζεται με τις απώλειες των παικτών ή τα έσοδα των εταιρειών, ενώ η κατηγορία των διαδικτυακών παρόχων περιλαμβάνει τόσο το αθλητικό στοίχημα όσο και άλλα διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια.
Οι διαδικτυακές εταιρείες αποτέλεσαν τον βασικό μοχλό ανάπτυξης της αγοράς. Το αναμορφωμένο TGR των αδειοδοτημένων διαδικτυακών παρόχων διαμορφώθηκε στα 4,184 δισ. ευρώ, έναντι 3,614 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του 2025, σημειώνοντας αύξηση 15,8%.
Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η άνοδος στα ακαθάριστα έσοδα (GGR), τα οποία ενισχύθηκαν κατά 18,7%, από 545,1 εκατ. ευρώ σε 647,2 εκατ. ευρώ.
Στην κατηγορία του ΟΠΑΠ, που περιλαμβάνει τα πρακτορεία και τα VLTs, το αναμορφωμένο TGR ανήλθε σε 3,748 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 6,7%. Τα ακαθάριστα έσοδα έφτασαν τα 731,2 εκατ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση 2,6%.
Αντίθετα, τα λαχεία κατέγραψαν υποχώρηση, με το αναμορφωμένο TGR να μειώνεται κατά 6,7%, στα 142,1 εκατ. ευρώ, και τα ακαθάριστα έσοδα να περιορίζονται κατά 16,4%, στα 44 εκατ. ευρώ.
Ο ιππόδρομος παρουσίασε αύξηση 6% στο αναμορφωμένο TGR, που διαμορφώθηκε στα 13,2 εκατ. ευρώ, ενώ τα ακαθάριστα έσοδά του ενισχύθηκαν κατά 6,1%, στα 3,3 εκατ. ευρώ.
Τέλος, τα καζίνο κατέγραψαν μείωση 1,3% στο αναμορφωμένο TGR, στα 611,1 εκατ. ευρώ, παρά την αύξηση 3,1% στα ακαθάριστα έσοδα, τα οποία ανήλθαν σε 132,1 εκατ. ευρώ.
Αύξηση 18,7% σημείωσαν και τα δικαιώματα του Δημοσίου, φτάνοντας τα 226,5 εκατ. ευρώ, ενώ ο φόρος επί των κερδών των παικτών αυξήθηκε κατά 25,9%, στα 182,5 εκατ. ευρώ.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη κατηγορία περιλαμβάνει συνολικά τους αδειοδοτημένους διαδικτυακούς παρόχους και όχι αποκλειστικά το αθλητικό στοίχημα.
Τα στοιχεία της ΕΕΕΠ αποτυπώνουν τη συνεχιζόμενη ενίσχυση του διαδικτυακού τμήματος της ελληνικής αγοράς τυχερών παιχνιδιών. Οι αδειοδοτημένοι διαδικτυακοί πάροχοι αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 48% του συνολικού αναμορφωμένου TGR και περισσότερο από το 41% των συνολικών ακαθάριστων εσόδων.
Παράλληλα, η αύξηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου και του φόρου επί των κερδών των παικτών αναδεικνύει τη σημαντική δημοσιονομική διάσταση της δραστηριότητας.
Σημειώνεται ότι το αναμορφωμένο TGR δεν ταυτίζεται με τα καθαρά ποσά που χάνουν οι παίκτες ούτε με τα έσοδα των εταιρειών. Για την αποτύπωση των εσόδων των παρόχων, το βασικό μέγεθος είναι το GGR.
*GGR (Gross Gaming Revenue): Τα ακαθάριστα έσοδα των παρόχων τυχερών παιχνιδιών, δηλαδή η διαφορά μεταξύ των ποσών που ποντάρουν οι παίκτες και των κερδών που τους επιστρέφονται, πριν από την αφαίρεση φόρων και λειτουργικών εξόδων.
**TGR (Total Gaming Revenue): Το συνολικό ποσό συμμετοχής των παικτών στα τυχερά παιχνίδια, δηλαδή ο συνολικός τζίρος της αγοράς. Στην έκθεση της ΕΕΕΠ χρησιμοποιείται το αναμορφωμένο TGR, το οποίο υπολογίζεται με ειδική μεθοδολογία και δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τα πραγματικά ποσά που πονταρίστηκαν.