Σε τροχιά ανάπτυξης συνεχίζει να κινείται το οργανωμένο λιανεμπόριο τροφίμων στην Ελλάδα, με τις πωλήσεις των σούπερ μάρκετ να καταγράφουν άνοδο 6,4% στο πρώτο εννεάμηνο του 2026 και τον συνολικό τζίρο να διαμορφώνεται στα 12,864 δισ. ευρώ, έναντι 12,094 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Πρόκειται για αύξηση περίπου 770 εκατ. ευρώ, η οποία αποτυπώνει τη δυναμική που εξακολουθεί να παρουσιάζει ο κλάδος, παρά τις πιέσεις που δέχονται τα εισοδήματα των νοικοκυριών. Το σημαντικότερο στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι η ανάπτυξη δεν προέρχεται αποκλειστικά από την αύξηση των τιμών. Αντίθετα, η ενίσχυση της κατανάλωσης και των πωλούμενων ποσοτήτων εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό παράγοντα ανόδου της αγοράς, όπως προκύπτει από τα τελευταία στοιχεία της NielsenIQ (NIQ), τα οποία καλύπτουν την περίοδο έως τις 27 Σεπτεμβρίου 2026.
Ειδικότερα, στην αγορά των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων (FMCGs), η ανάπτυξη σε αξία διαμορφώθηκε στο 5,5%, με την αύξηση του όγκου πωλήσεων να φτάνει το 4,6% και τη μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα προϊόντος να περιορίζεται στο 0,8%. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης του τζίρου συνδέεται με περισσότερες πωλήσεις σε όγκο και όχι με ανατιμήσεις.
Στα 3,19 δισ. ευρώ τα φρέσκα προϊόντα – Διψήφια ανάπτυξη για το bazaar
Σε επίπεδο μεγάλων κατηγοριών, τα φρέσκα και χύμα προϊόντα εξακολουθούν να αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους μοχλούς ανάπτυξης του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων. Σύμφωνα με τη NielsenIQ, οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά 7,5%, φτάνοντας τα 3,188 δισ. ευρώ, από 2,967 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περυσινή περίοδο. Η αύξηση αντιστοιχεί σε περίπου 221 εκατ. ευρώ πρόσθετου τζίρου, με τα φρέσκα και χύμα προϊόντα να αντιπροσωπεύουν πλέον το 24,8% των συνολικών πωλήσεων των καταστημάτων. Ακόμη υψηλότερο ποσοστό ανάπτυξης, της τάξης του 11,3%, εμφάνισε η κατηγορία bazaar, στην οποία εντάσσονται μη τρόφιμα, όπως είδη ένδυσης, παιχνίδια, ηλεκτρικές και ηλεκτρονικές συσκευές και άλλα προϊόντα γενικού εμπορίου. Οι πωλήσεις της διαμορφώθηκαν στα 818 εκατ. ευρώ, έναντι 735 εκατ. ευρώ πέρυσι.ν Πρόκειται για την ταχύτερα αναπτυσσόμενη μεγάλη κατηγορία της αγοράς, αν και το μερίδιό της στον συνολικό τζίρο παραμένει σχετικά περιορισμένο, στο 6,4%.
Από την άλλη πλευρά, τα συσκευασμένα τρόφιμα και ποτά, που αποτελούν τη μεγαλύτερη κατηγορία του οργανωμένου λιανεμπορίου, κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων 5,8%, με τον τζίρο να φτάνει τα 6,990 δισ. ευρώ, από 6,609 δισ. ευρώ το αντίστοιχο περυσινό διάστημα. Στο εσωτερικό της κατηγορίας, τα τρόφιμα εμφάνισαν ανάπτυξη 6%, ενώ τα ποτά κινήθηκαν με ελαφρώς χαμηλότερο ρυθμό, στο 5,1%. Τα τρόφιμα και ποτά αντιπροσωπεύουν το 54,3% της συνολικής αξίας των πωλήσεων, επιβεβαιώνοντας τον καθοριστικό τους ρόλο στη διαμόρφωση της πορείας της αγοράς.
Πιο συγκρατημένη ήταν η ανάπτυξη στις υπόλοιπες κατηγορίες ταχυκίνητων προϊόντων. Τα είδη οικιακής φροντίδας κατέγραψαν αύξηση 4,6%, με τις πωλήσεις να διαμορφώνονται στα 1,045 δισ. ευρώ, έναντι 1 δισ. ευρώ το 2025. Αντίστοιχα, τα προϊόντα προσωπικής υγιεινής και ομορφιάς εμφάνισαν αύξηση 5%, φτάνοντας τα 822 εκατ. ευρώ, από 783 εκατ. ευρώ. Η εικόνα δείχνει ότι η ανάπτυξη έχει σχετικά ευρεία βάση, καθώς όλες οι μεγάλες κατηγορίες κινούνται σε θετικό έδαφος. Ωστόσο, τα φρέσκα προϊόντα, τα τρόφιμα και οι πωλήσεις bazaar είναι εκείνα που ξεχωρίζουν είτε ως προς το μέγεθος της συνεισφοράς τους είτε ως προς τον ρυθμό ανάπτυξης.
Τα μικρά καταστήματα πρωταγωνιστούν
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των διαφορετικών τύπων καταστημάτων, καθώς τα στοιχεία της NielsenIQ δείχνουν ότι η ανάπτυξη δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στο σύνολο του δικτύου λιανικής. Την υψηλότερη επίδοση κατέγραψαν οι superettes, δηλαδή τα μικρά καταστήματα επιφάνειας 100 έως 399 τετραγωνικών μέτρων, οι πωλήσεις των οποίων αυξήθηκαν κατά 8,8%. Ακολούθησαν τα hypermarkets, δηλαδή τα πολύ μεγάλα καταστήματα άνω των 2.500 τετραγωνικών μέτρων, με ανάπτυξη 8,5%. . Bέβαια τα superettes αντιπροσωπεύουν το 14,8% των πωλήσεων και τα hypermarkets το 11,6%. Τα μεγάλα και μικρά σούπερ μάρκετ, που σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση της NielsenIQ περιλαμβάνουν καταστήματα επιφάνειας 400 έως 2.499 τ.μ., κατέγραψαν αύξηση πωλήσεων 5,5% και 5,6% αντίστοιχα και εξακολουθούν να συγκεντρώνουν σχεδόν τα τρία τέταρτα της αγοράς,
Νησιά και Κρήτη οδηγούν την ανάπτυξη
Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και σε γεωγραφικό επίπεδο, με τις νησιωτικές περιοχές να εμφανίζουν την υψηλότερη ανάπτυξη πωλήσεων στο εννεάμηνο. Συγκεκριμένα, οι πωλήσεις στα νησιά αυξήθηκαν κατά 9,2%, έναντι 6,4% στο σύνολο της ελληνικής αγοράς. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη δραστηριότητα που αναπτύσσεται στις τουριστικές περιοχές, ιδιαίτερα κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Ισχυρή ήταν επίσης η επίδοση της Κρήτης, όπου οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 7,5%, ενώ η Θεσσαλονίκη κατέγραψε ανάπτυξη 7,4%. Στη Στερεά και Κεντρική Ελλάδα η αύξηση διαμορφώθηκε στο 6,3%, στην Πελοπόννησο στο 5,9% και στην Αττική στο 5,8%. Χαμηλότερος ήταν ο ρυθμός ανάπτυξης στη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου οι πωλήσεις ενισχύθηκαν κατά 5,1%.
Παρά τις διαφορές στους ρυθμούς ανάπτυξης, η Αττική εξακολουθεί να κυριαρχεί ως προς το απόλυτο μέγεθος της αγοράς, συγκεντρώνοντας το 40,1% της συνολικής αξίας πωλήσεων του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων. Ακολουθούν η Κεντρική Ελλάδα με μερίδιο 12,8%, η Μακεδονία και Θράκη με 12%, τα νησιά με 9,7%, η Θεσσαλονίκη με 9,4%, η Πελοπόννησος με 8,9% και η Κρήτη με 7,1%.
Άλμα 20,6% στο online – Στα 285 εκατ. ευρώ
Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα στοιχεία της έρευνας αφορά την επιστροφή του ηλεκτρονικού εμπορίου σούπερ μάρκετ σε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, οι online πωλήσεις έξι μεγάλων λιανεμπορικών σχημάτων διαμορφώθηκαν στα 284,8 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο του 2026, έναντι 236 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Πρόκειται για αύξηση 20,6%, η οποία μεταφράζεται σε περίπου 48,8 εκατ. ευρώ πρόσθετου τζίρου. Ουσιαστικά, το online κανάλι αναπτύσσεται με υπερτριπλάσιο ρυθμό σε σχέση με το φυσικό δίκτυο των συγκεκριμένων επιχειρήσεων. Επιπλέον, η αύξηση των ηλεκτρονικών πωλήσεων εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερη από το 10,9% που είχε καταγραφεί την αντίστοιχη περίοδο του 2025, όταν ο online τζίρος είχε διαμορφωθεί στα 236 εκατ. ευρώ, έναντι 212,8 εκατ. ευρώ το 2024. Η έρευνα καλύπτει τις ηλεκτρονικές πωλήσεις των Σκλαβενίτη, ΑΒ Βασιλόπουλου, Μασούτη, My Market, Χαλκιαδάκη και Κρητικού.
Παρά την επιτάχυνση, πάντως, το ηλεκτρονικό εμπόριο εξακολουθεί να αποτελεί σχετικά μικρό μέρος της συνολικής δραστηριότητας των συγκεκριμένων αλυσίδων. Το μερίδιό του στις πωλήσεις τους διαμορφώνεται στο 3,2% το 2026, από 3% το 2025, 2,8% το 2024, 2,7% το 2023 και 2,6% το 2022.
Στο 24% η ιδιωτική ετικέτα
Σχετική σταθερότητα παρουσιάζει η αγορά των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει σημαντικά την παρουσία της στα ράφια των σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τη NielsenIQ, το μερίδιο των private label προϊόντων στο σύνολο της αξίας πωλήσεων διαμορφώθηκε στο 24% στο εννεάμηνο του 2026, έναντι 24,4% στο σύνολο του 2025. Πρόκειται για μικρή υποχώρηση κατά 0,4 ποσοστιαίες μονάδες, η οποία δεν αναιρεί το γεγονός ότι σχεδόν ένα στα τέσσερα ευρώ που δαπανώνται στην αγορά των σούπερ μάρκετ κατευθύνεται σε προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας.
Η διαχρονική εξέλιξη της συγκεκριμένης αγοράς δείχνει ότι το μερίδιό της είχε διαμορφωθεί στο 24,2% το 2018, υποχώρησε σταδιακά στο 22,4% το 2021 και στη συνέχεια επέστρεψε σε ανοδική τροχιά. Ειδικότερα, το 2022 ανήλθε στο 23,9%, το 2023 στο 24,2%, το 2024 στο 24,3% και το 2025 στο 24,4%, πριν περιοριστεί στο 24% κατά την εξεταζόμενη περίοδο του 2026.
Μεγάλη υποχώρηση των προσφορών
Ακόμη πιο έντονη είναι η μεταβολή που καταγράφεται στην προωθητική δραστηριότητα των σούπερ μάρκετ. Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ, η προωθητική ένταση στο σύνολο των FMCGs έχει περιοριστεί στο 34,3% στο εννεάμηνο του 2026, από 37,5% το 2025. Η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, καθώς το 2024 η προωθητική ένταση είχε διαμορφωθεί στο 54,4%, το 2023 στο 56% και το 2022 στο 55,3%. Με άλλα λόγια, μέσα σε δύο χρόνια έχει καταγραφεί μείωση περίπου 20 ποσοστιαίων μονάδων σε σχέση με τα επίπεδα του 2024. Ανάλογη εικόνα προκύπτει και στα επώνυμα προϊόντα, όπου η προωθητική ένταση υποχώρησε στο 39,5% το 2026, από 44,4% το 2025 και 66,7% το 2024.
Η κατανάλωση παραμένει ο βασικός μοχλός
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα στοιχεία της NielsenIQ για την αποδόμηση της ανάπτυξης των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων, καθώς επιτρέπουν να διαχωριστεί η αύξηση των πωλούμενων ποσοτήτων από τη μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα προϊόντος. Στο εννεάμηνο του 2026, η ονομαστική ανάπτυξη των FMCGs διαμορφώθηκε στο 5,5%, με αύξηση όγκου 4,6% και μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα κατά 0,8%. Την αντίστοιχη περίοδο του 2025, η ανάπτυξη ήταν υψηλότερη, στο 6,2%, με την αύξηση του όγκου να διαμορφώνεται στο 4,7% και τη μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα στο 1,5%. Αυτό σημαίνει ότι η καταναλωτική ζήτηση, με βάση τις πωλούμενες ποσότητες, παρουσιάζει σχετικά περιορισμένη επιβράδυνση, ενώ η συμβολή των τιμών και του μείγματος προϊόντων στην ανάπτυξη του τζίρου έχει μειωθεί.
Η εικόνα ανά τρίμηνο είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Το πρώτο τρίμηνο του 2026 η αγορά FMCGs εμφάνισε ονομαστική ανάπτυξη 6,5%, με αύξηση όγκου 4,7% και μέσης αξίας ανά μονάδα 1,8%. Το δεύτερο τρίμηνο ο ρυθμός ανάπτυξης περιορίστηκε στο 4,3%, καθώς η αύξηση όγκου διαμορφώθηκε στο 3,7% και η μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα στο 0,7%. Στο τρίτο τρίμηνο, ωστόσο, καταγράφηκε επιτάχυνση της ανάπτυξης στο 5,6%, η οποία προήλθε εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με την αποδόμηση της NielsenIQ, από την αύξηση των πωλούμενων ποσοτήτων. Συγκεκριμένα, ο όγκος πωλήσεων αυξήθηκε κατά 5,6%, ενώ η μεταβολή της μέσης αξίας ανά μονάδα προϊόντος διαμορφώθηκε στο 0%. Βεβαίως, η συγκεκριμένη μέτρηση δεν ταυτίζεται απολύτως με έναν δείκτη πληθωρισμού, καθώς επηρεάζεται και από την αλλαγή του μείγματος των προϊόντων που αγοράζουν οι καταναλωτές. Ωστόσο, αποτελεί σαφή ένδειξη ότι η αύξηση των πωλούμενων ποσοτήτων είναι αυτή που διατηρεί την αγορά σε ανοδική τροχιά. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το τρίτο τρίμηνο του 2025 ο όγκος πωλήσεων είχε αυξηθεί κατά 4,2%, ενώ η μέση αξία ανά μονάδα κατά 1,4%, με τη συνολική ανάπτυξη στο 5,6%.