Τις σοβαρές προκλήσεις και τις απρόβλεπτες παγίδες που καλείται να αντιμετωπίσει η Ελλάδα σε ένα περιβάλλον αδιάλειπτων γεωπολιτικών αλλαγών, εξέτασαν οι συνομιλητές που συμμετείχαν, σήμερα, στη συζήτηση με θέμα «Το Θυελλώδες Παγκόσμιο Γεωπολιτικό Σκηνικό: Προκλήσεις και Παγίδες για την Ελλάδα», στο πλαίσιο του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών 2026.
Στη συζήτηση, την οποία συντόνισε η πρόεδρος του Αθηναϊκού Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΑΠΕ-ΜΠΕ) Άρια Αγάτσα, συμμετείχαν ο βουλευτής της ΝΔ και πρώην υπουργός Μετανάστευσης & Ασύλου Παναγιώτης Μηταράκης, ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ και μέλος της Διαρκούς Επιτροπής Εθνικής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων και μέλος της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του ΝΑΤΟ Μιχάλης Κατρίνης, η Κωνσταντίνα Μπότσιου, καθηγήτρια Πολιτικής Ιστορίας και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, ο Δημήτρης Κούρκουλας, πρ. υφυπουργός Εξωτερικών, πρ. πρέσβης της ΕΕ στον Λίβανο, τη Βουλγαρία και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ο Θανάσης Θεοχαρόπουλος, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής & Πολιτικής Γραμματείας και διευθυντής του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ και ο Ηλίας Κλης, π. πρέσβης.
Όπως τόνισε εισαγωγικά η κ. Αγάτσα, «διανύουμε μια περίοδο έντονων ανακατατάξεων, πολέμων σε εξέλιξη, ενεργειακών και οικονομικών αβεβαιοτήτων, μεταναστευτικών πιέσεων και υπάρχει μια νέα ισορροπία δυνάμεων η οποία συνεχώς είναι διαμορφούμενη», άρα σε αυτό το περιβάλλον, «η θέση της Ελλάδας αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως χώρα στην πρώτη γραμμή πολλών από αυτές τις εξελίξεις, αλλά και ως παράγοντας σταθερότητας σε μια ευρύτερη περιοχή αστάθειας».
Από την πλευρά του, ο κ. Μηταράκης τόνισε πως «η χώρα μας είναι σε μια ισχυρή θέση και οικονομικά, αμυντικά και διπλωματικά. Τώρα, το πώς θα εξελιχθεί η κρίση, ουδείς μπορεί να προβλέψει. Η υποχρέωση είναι να είμαστε σε θέση να προασπίσουμε το εθνικό συμφέρον» και πρόσθεσε ότι για τον λόγο αυτό «στον τομέα της ενέργειας έχουμε επενδύσει στις πολλαπλές ενεργειακές πηγές για τη χώρα μας, πέρα από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας» μέσα από την «ενεργοποίηση εναλλακτικών πυλών εισόδου για τη χώρα μας».
Ο κ. Κατρίνης τόνισε πως η Ελλάδα και συνολικά η Ευρώπη, «είναι περισσότερο εκτεθειμένες στις διεθνείς προκλήσεις και κρίσεις και αυτό είναι ένα θέμα συλλογικής απάντησης και συλλογικής στρατηγικής». Όπως πρόσθεσε, αυτό προϋποθέτει να υπάρχει συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική, να υπάρχουν πολυμερείς συνεργασίες και πρωτοβουλίες και «μέσα από όλα αυτά να ενισχύεται το αποτύπωμα της χώρας στο διεθνές περιβάλλον και στην ευρύτερη περιοχή, αλλά και μέσα στη συμμετοχή σε διάφορους οργανισμούς». Σύμφωνα με τον κ. Κατρίνη, «έχουμε τη δυνατότητα αυτό να το μεταφράσουμε σε στρατηγικό πλεονέκτημα. Από εκεί και πέρα νομίζω ότι θα πρέπει οι επιλογές, οι πρωτοβουλίες και οι κινήσεις να είναι τέτοιες που να συνάδουν με μια ενεργητική εξωτερική πολιτική, με πρωτοβουλίες που θυμίζουν την Ελλάδα παλαιότερων εποχών, που είχε ρόλο λόγω θέση και ισχύ στις και παρέμβαση στις εξελίξεις και νομίζω ότι αυτό είναι συνολικά μια εθνική προσπάθεια και μια εθνική, νομίζω, ανάγκη».
Ο κ. Θεοχαρόπουλος παρατήρησε πως «βρισκόμαστε σε μια περίοδο στην οποία παγκόσμια έχουμε πολέμους και την καταπάτηση του διεθνούς δικαίου και την επικράτηση του νόμου του ισχυρού» και η «λογική του δεδομένου και προβλέψιμου συμμάχου, την οποία έχει ακολουθήσει η κυβέρνηση το τελευταίο χρονικό διάστημα, δεν ενισχύει τη σταθερότητα της χώρας μας σε διεθνές επίπεδο αλλά δημιουργεί περισσότερους κινδύνους». Για τον ίδιο, «για να διασφαλιστεί και να μην είναι περισσότερο εκτεθειμένη η χώρα μας, δεν αρκούν εξοπλισμοί, η αμυντική θωράκιση, η διπλωματία των εξοπλισμών», αλλά «μια πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική η οποία βεβαίως δεν αγνοεί το ότι είμαστε μέρος διεθνών οργανισμών, ότι κινούμαστε σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο με αυτούς τους συμμάχους, οι οποίοι πράγματι μπορούν να βοηθήσουν και τα συμφέροντα, τα γεωπολιτικά, της χώρας μας».
Σύμφωνα με την κ. Μπότσιου, «η Ελλάδα ήταν πάντοτε γεωπολιτικά εκτεθειμένη, έκανε όμως το μειονέκτημα πλεονέκτημα», αλλά «εάν η Ελλάδα χρειαστεί να διαλέξει ανάμεσα, για παράδειγμα, στην Αμερική και στην Ευρωπαϊκή Ένωση με την οποία έχει ταυτίσει τα συμφέροντά της τον τελευταίο καιρό, τότε θα έχουμε πρόβλημα», γιατί, όπως εξήγησε, «και να φύγει ο Τραμπ, θα εξακολουθεί να υπάρχει ο τραμπισμός, άρα χρειάζεται μια στρατηγική σκέψη για το τι γίνεται μετά και αυτό μπορεί να γίνει μόνο διακομματικά, μπορεί να γίνει μόνο με μια στρατηγική η οποία αφορά την τακτική πολλών διαφορετικών κυβερνήσεων». Η ίδια υπογράμμισε πως πλέον «έχουμε εγκαταλείψει την πολιτική της γέφυρας. Μας τον έχει υποκλέψει αυτόν τον ρόλο η Τουρκία», η οποία δρα ως διαμετακομιστικός διπλωματικός κόμβος και «η Τουρκία αναβιβάζεται διαρκώς και έχει μεγαλώσει η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από την Τουρκία αλλά και από το Ισραήλ», για τον λόγο αυτό η Ελλάδα βρίσκεται ακόμη πιο εκτεθειμένη.
Για τον κ. Κούρκουλα, για το συμφέρον της η Ελλάδα δεν πρέπει να εγκαταλείψει τις βασικές αρχές που είναι η υποστήριξη ενός διεθνούς περιβάλλοντος, που θα στηρίζεται σε κανόνες και όχι στο δίκαιο του ισχυρότερου. Όπως πρόσθεσε, πρέπει να ακολουθούμε πολυδιάστατη πολιτική, «ας αρχίσουμε όμως με μια προσπάθεια να αναλύσουμε τα δικά μας προβλήματα πριν πούμε ότι θα γίνουμε μεσολαβητές» κι «ας προσπαθήσουμε να βρούμε τρόπους ειρηνικής επίλυσης των δικών μας διαφορών». Τόνισε, δε, πως και οι Ευρωπαίοι ηγέτες και οι Έλληνες απέναντι στον Τραμπ, «πρέπει να κρατήσουμε αυτή την ισορροπία, δεδομένου ότι αμυντικά ακόμα εξαρτόμαστε -όλη η Ευρώπη, όχι μόνο εμείς- από τις Ηνωμένες Πολιτείες».
Για τον κ. Κλη, «η Ελλάδα έχει καταφέρει να έχει αξιοπιστία σε πολλά επίπεδα. Και στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο επίπεδο των σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες». Όπως τόνισε, «έχουμε λοιπόν μια θέση η οποία εκτιμάται ως αξιόπιστη, όχι μόνο λόγω της συμπεριφοράς μας αλλά και λόγω της αξίας και της στάσης μας, και της θέσης, της κρίσιμης θέσης που έχουμε. Για τα δυτικά συμφέροντα, σε σχέση όχι μόνο με τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, αλλά και με το Αιγαίο».
Αναφορικά με την παρατήρηση της κ. Αγάτσα για τα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη Μέση Ανατολή και στην Βόρεια Αφρική εάν η Ευρώπη είναι, καταρχήν, έτοιμη για μία νέα πίεση στο μεταναστευτικό ή παραμένει σε λογική διαχείρισης της τελευταίας στιγμής και το εάν αυτό καθιστά την Ελλάδα αξιόπιστο ευρωπαϊκό παίκτη ή αυξάνει το πολιτικό και το διπλωματικό κόστος, ο κ. Μηταράκης απάντησε πως «η Ευρώπη δεν έχει μια ξεκάθαρη μεταναστευτική πολιτική» και «δεν μπορεί να φιλοξενήσει αυτές τις μεταναστευτικές ροές, ούτε τώρα ούτε στο μέλλον». Όπως τόνισε, ενώ «η Ευρώπη, δυστυχώς, πέρασε κάποια χρόνια ακραίου δικαιωματισμού, το οποίο επηρέασε και το δικαστικό σύστημα» αυτό «αλλάζει πλέον σε ευρωπαϊκό επίπεδο». Πρόσθεσε πως «η Ελλάδα το 2020 εισήγαγε την έννοια της αυστηρής αλλά δίκαιης μεταναστευτικής πολιτικής», στην οποία «προέχει το εθνικό συμφέρον», με γνώμονα ότι «πρέπει τα εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να προστατεύονται».
Στην ερώτηση της κ. Αγάτσα για το εάν η Ελλάδα με τον πόλεμο στην Ουκρανία και την ενίσχυση του ΝΑΤΟ, επενδύει σωστά στην άμυνα ή υπάρχει κίνδυνος υπερεξάρτησης από εξοπλιστικά χωρίς αντίστοιχη στρατηγική, ο κ. Κατρίνης απάντησε πως «η Ελλάδα αποτελεί σταθερά μέλος του ευρωατλαντικού χώρου και βεβαίως είναι ενεργό μέλος της συμμαχίας», όμως η πολιτική του Τραμπ «επαναφέρει την αίσθηση και το ζήτημα της συλλογικής άμυνας» και «την εμβάθυνση του ευρωπαϊκού αμυντικού βραχίονα». Όμως, υπενθύμισε ο κ. Κατρίνης, «ακόμα και μέσα στη συμμαχία δεν επιλύονται διαφορές μεταξύ συμμάχων, άρα η Ελλάδα θα πρέπει και με αφορμή την γενικότερη ενεργοποίηση της Ευρώπης, να επιδιώξει να αποκτήσει ένα αμυντικό στρατηγικό δόγμα», που δεν θα εξαντλείται στην αγορά εξοπλιστικών συστημάτων, αλλά -όπως γίνεται και με την Τουρκία- ταυτόχρονα «να επενδύσουμε και στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία και για λόγους στρατηγικής αυτονομίας, αλλά και για λόγους τεχνολογικής επάρκειας».
Απαντώντας στην ερώτηση της συντονίστριας για μία ελληνική εξωτερική πολιτική που δεν είναι απλώς δηλωτική αλλά είναι στρατηγικά ενεργή και δεν θα παρακολουθεί μόνο τις αποφάσεις των άλλων, ο κ. Θεοχαρόπουλος τόνισε πως «η χώρα πρέπει να είναι σταθερά προσηλωμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και στη διαφαινόμενη διαμάχη ΕΕ-ΗΠΑ. Η Ελλάδα θα «πρέπει να έχει σαφή θέση υπέρ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά τα λάθη τα οποία γίνονται πολλές φορές» και απέναντι στα οποία «οφείλουμε να έχουμε μια στρατηγική σχέση», λαμβάνοντας «θέση υπέρ του διεθνούς δικαίου και να συντάσσεται με χώρες όπως η Ισπανία και όπως πρόσφατα η Ιρλανδία και η Σλοβενία», οι οποίες πίεσαν για κυρώσεις προς το Ισραήλ. Όπως τόνισε, η θέση της χώρας μας πρέπει να είναι αταλάντευτη υπέρ του διεθνούς δικαίου, με συμμαχίες τις οποίες θα προσπαθούμε να αξιοποιούμε συνεχώς προς όφελος των συμφερόντων της χώρας.
Για το εάν η Ελλάδα λειτουργεί ως περιφερειακός παίκτης ή περισσότερο ως κρίσιμος κόμβος που αξιοποιούν οι άλλοι, η κ. Μπότσιου τόνισε πως η χώρα μας «δεν υπάρχει αμφιβολία πως είναι κόμβος», αλλά «για να είσαι γεωπολιτικός παίκτης πρέπει να παίρνεις επάνω σου πρωτοβουλίες» και παρατήρησε πως «η Ελλάδα δεν παίρνει πρωτοβουλίες αυτή τη στιγμή και ίσως αυτό μπορεί να κάνει για την ώρα, να παρακολουθεί τα πράγματα» με κίνδυνο, εάν δεν το κάνουμε, να μας ξεπεράσουν οι εξελίξεις. Η ίδια παρατήρησε πως σημειώνεται «μία κατάρρευση του μοντέλου της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης, που ξέρουμε μετά τον ψυχρό πόλεμο», αλλά εξέφρασε την αισιοδοξία πως «θα ξαναγυρίσει η φιλελεύθερη διεθνής τάξη στην κοιτίδα της», γιατί μία τέτοια αναταραχή δεν συμφέρει την παγκόσμια γεωπολιτική τάξη.
Από την πλευρά του, ο κ. Κούρκουλας τόνισε πως με βάση τις διεθνείς εξελίξεις και την κατάρρευση του συστήματος που ίσχυε μεταπολεμικά και στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου, οι προβλέψεις είναι δύσκολες και θα «πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για τα χειρότερα, και γι' αυτό σωστά η Ευρωπαϊκή Ένωση αυξάνει τις αμυντικές της δαπάνες», όχι ικανοποιώντας το αίτημα των ΗΠΑ, αλλά και «για το δικό της συμφέρον». Κατά τον ίδιον, «χωρίς να επιταχύνουμε το χάσμα που ήδη έχει ανοίξει στις δύο πλευρές του Ατλαντικού», θα πρέπει «να προετοιμαζόμαστε και για μια κατάσταση η οποία θα απαιτεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεν μπορεί βέβαια να επιτευχθεί σε ένα χρόνο».
Με βάση την εμπειρία του στην Τουρκία και τη Ρωσία, ο κ. Κλης τόνισε πως η Ρωσία απέτυχε προ πολλού να πετύχει μία θέση ευρύτερης διεθνούς παρουσίας και σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση και «ενεπλάκη έτσι σε ένα μάταιο, αγώνα, ο οποίος έχει υποβαθμίσει ουσιαστικά τη διεθνή της θέση». Όπως τόνισε, αυτό κάνει τη Ρωσία να προσπαθεί να θέσει εμπόδια σε ομαλές εξελίξεις. Από την πλευρά της, η Τουρκία, κατά τον κ. Κλη, «αποζητά έναν ευρύτερο περιφερειακό ρόλο, αλλά έχει τις αδυναμίες της, οι οποίες μείωσαν τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας». Μη βρίσκοντας διέξοδο, ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιμένει στην αναζήτηση στόχων, οι οποίοι θέτουν περιορισμούς, πάσης φύσεως, στην ελληνική κυριαρχία, «ένα πρόβλημα δύσκολο, όχι όμως και μη διαχειρίσιμο».