Σταθερή πορεία δημοσιονομικής βελτίωσης αναμένεται να διατηρήσει η Ελλάδα τα επόμενα χρόνια, ακολουθώντας μαζί με την Κύπρο και την Πορτογαλία μια διαφορετική διαδρομή από αρκετές μεγάλες οικονομίες της Δυτικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του οίκου αξιολόγησης Fitch, οι τρεις χώρες αναμένεται να συνεχίσουν να περιορίζουν το βάρος του δημόσιου χρέους τους, σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου οι δημοσιονομικές επιδόσεις παρουσιάζουν ολοένα μεγαλύτερες αποκλίσεις.
Ο οίκος διατηρεί την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στη βαθμίδα «BBB», με σταθερές προοπτικές, αναγνωρίζοντας την πρόοδο που έχει καταγραφεί τα τελευταία χρόνια τόσο στα δημόσια οικονομικά όσο και στους βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες. Η επόμενη προγραμματισμένη αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας από τη Fitch έχει οριστεί για τις 6 Νοεμβρίου 2026.
Κεντρικό στοιχείο της θετικής εικόνας αποτελεί η αναμενόμενη περαιτέρω αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τη διατήρηση της οικονομικής ανάπτυξης και την επίτευξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων. Παρά τη σημαντική πρόοδο, ωστόσο, το υψηλό επίπεδο του χρέους εξακολουθεί να αποτελεί βασικό περιορισμό για την πιστοληπτική εικόνα της χώρας.
Δημόσιο χρέος: Προς το 129,4% του ΑΕΠ το 2028
Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που διαφοροποιούν τις πιστοληπτικές αξιολογήσεις των ευρωπαϊκών κρατών. Σύμφωνα με τη Fitch, η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Κύπρος αναμένεται να συνεχίσουν την πτωτική πορεία του χρέους τους ως ποσοστού του ΑΕΠ, σε αντίθεση με τη Γαλλία, την Ισπανία και την Ιταλία, για τις οποίες προβλέπεται ότι ο σχετικός δείκτης θα παραμείνει πάνω από το 90% έως το τέλος του 2028.
Για την Ελλάδα, οι προβλέψεις του οίκου αποτυπώνουν σταδιακή υποχώρηση του δείκτη χρέους κατά την επόμενη τριετία. Ειδικότερα, από το 146,1% του ΑΕΠ το 2025, αναμένεται να μειωθεί στο 139,3% το 2026, στο 134,1% το 2027 και στο 129,4% το 2028.
Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι, σε σύγκριση με το 154,2% του ΑΕΠ που είχε καταγραφεί το 2024, το δημόσιο χρέος αναμένεται να έχει περιοριστεί κατά περίπου 25 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε τέσσερα χρόνια. Καθοριστική ήταν η μείωση σχεδόν 20 ποσοστιαίων μονάδων μεταξύ 2024 και 2025, η οποία, σύμφωνα με τη Fitch, συνδέεται με την ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας και την καταγραφή δημοσιονομικών πλεονασμάτων.
Η βελτίωση αυτή ενισχύει τη δημοσιονομική θέση της χώρας, χωρίς ωστόσο να εξαλείφει τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Το ελληνικό χρέος εξακολουθεί να είναι περίπου 2,5 φορές υψηλότερο από τη διάμεσο των χωρών με αξιολόγηση «BBB», γεγονός που διατηρεί σημαντική απόσταση από τις αντίστοιχες οικονομίες της ίδιας πιστοληπτικής κατηγορίας.
Τα πλεονεκτήματα στη διάρθρωση του ελληνικού χρέους
Πέρα από την πτωτική πορεία του δείκτη χρέους, η Fitch αναγνωρίζει ως θετικό στοιχείο και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της διάρθρωσής του. Η μέση διάρκεια αποπληρωμής ανέρχεται σε περίπου 19 έτη, ενώ το έμμεσο επιτόκιο διαμορφώνεται κοντά στο 1,5%.
Το συγκεκριμένο κόστος εξυπηρέτησης παραμένει αισθητά χαμηλότερο από τον εκτιμώμενο ρυθμό αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, ο οποίος προσεγγίζει το 4%. Η διαφορά αυτή λειτουργεί υποστηρικτικά για τη δυναμική του χρέους, καθώς περιορίζει την επιβάρυνση από τους τόκους σε σχέση με την ονομαστική μεγέθυνση της οικονομίας.
Παράλληλα, τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου προσφέρουν πρόσθετη ασφάλεια. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, επαρκούν για την κάλυψη των λήξεων χρέους της επόμενης τριετίας, ενώ παρέχουν και τη δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής υποχρεώσεων.
Με αυτόν τον τρόπο, η Ελλάδα διατηρεί μεγαλύτερη ευχέρεια στη διαχείριση των χρηματοδοτικών της αναγκών και περιορίζει την εξάρτησή της από τις συνθήκες που επικρατούν στις αγορές ομολόγων, ιδίως σε περιόδους αυξημένης μεταβλητότητας.
Ανάπτυξη 1,7% το 2026 και επιτάχυνση στο 1,9% την επόμενη διετία
Στο μέτωπο της οικονομικής δραστηριότητας, η Fitch εκτιμά ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας θα διαμορφωθεί στο 1,7% το 2026, έναντι 2,1% το 2024 και το 2025. Για το 2027 και το 2028, προβλέπει ανάκαμψη του ρυθμού μεγέθυνσης στο 1,9% ετησίως.
Η επιβράδυνση που αναμένεται για το 2026 αποδίδεται κυρίως στις επιπτώσεις του πολέμου μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, οι οποίες επηρεάζουν το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να στηρίζεται στην ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα που συνδέεται με την αξιοποίηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, ο οίκος τοποθετεί τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας κοντά στο 2%. Βασικοί μοχλοί αυτής της προοπτικής είναι η εγχώρια ζήτηση και οι επενδύσεις, καθώς και η βελτίωση των ισολογισμών των νοικοκυριών και η αύξηση της απασχόλησης.
Η διατήρηση αυτών των τάσεων θεωρείται κρίσιμη για τη συνέχιση της οικονομικής μεγέθυνσης και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για περαιτέρω ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας. Η αναπτυξιακή δυναμική, άλλωστε, συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα σταθερής μείωσης του λόγου του χρέους προς το ΑΕΠ.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών παραμένει πρόκληση
Παρά τη βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων, οι εξωτερικές ανισορροπίες εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα αδύναμα σημεία της ελληνικής οικονομίας. Η Fitch προβλέπει ότι το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών θα ανέλθει στο 6,2% του ΑΕΠ το 2026 και θα διατηρηθεί κοντά στο 6,1% τόσο το 2027 όσο και το 2028.
Οι εκτιμήσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η δημοσιονομική εξυγίανση δεν συνοδεύεται ακόμη από αντίστοιχη εξάλειψη των εξωτερικών ανισορροπιών. Η εξέλιξη του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών παραμένει, συνεπώς, ένας παράγοντας που θα πρέπει να παρακολουθείται στην αξιολόγηση της συνολικής οικονομικής εικόνας της χώρας.
Τι θα κρίνει την επόμενη αναβάθμιση
Η περαιτέρω βελτίωση της πιστοληπτικής αξιολόγησης της Ελλάδας θα εξαρτηθεί από τη δυνατότητα διατήρησης της δημοσιονομικής προόδου και ενίσχυσης των αναπτυξιακών προοπτικών σε βάθος χρόνου.
Η Fitch δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνέχιση της ταχείας αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, αλλά και στην ενίσχυση των μεσοπρόθεσμων δυνατοτήτων ανάπτυξης της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν η αύξηση των επενδύσεων και η εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Η διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της παραγωγικής δυναμικής και τον περιορισμό των εξωτερικών ανισορροπιών, θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές.
Το βασικό στοίχημα για την Ελλάδα είναι, επομένως, να μετατρέψει τη σημαντική μείωση του δημόσιου χρέους και τη δημοσιονομική σταθερότητα σε διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική. Η πορεία προς το 2028 εμφανίζεται θετική, ωστόσο το υψηλό χρέος και το επίμονο έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμες παραμέτρους για την επόμενη ημέρα της πιστοληπτικής της αξιολόγησης.