Η ισπανική κυβέρνηση πρόκειται να αυξήσει τον κατώτατο διεπαγγελματικό μισθό κατά 5,3% το 2027, διαμορφώνοντάς τον στα 1.286 ευρώ μεικτά τον μήνα, με καταβολή σε 14 μισθούς ετησίως, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου βασιλικού διατάγματος, το οποίο έθεσε το υπουργείο Εργασίας σε δημόσια διαβούλευση και υποβολή παρατηρήσεων.
Η αύξηση αυτή είναι υψηλότερη από εκείνη που είχε προτείνει την Τετάρτη η επιτροπή εμπειρογνωμόνων που συμβουλεύει το υπουργείο Εργασίας. Συγκεκριμένα, η επιτροπή εισηγήθηκε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 4,9% το 2027, πρόταση η οποία στη συνέχεια διαβιβάστηκε στους κοινωνικούς εταίρους, χωρίς να δοθούν λεπτομέρειες σχετικά με τη διαπραγμάτευση.
Περιθώριο υποβολής προτάσεων έως τις 16 Νοεμβρίου
Η προθεσμία για την υποβολή παρατηρήσεων επί του σχεδίου νόμου λήγει στις 16 Νοεμβρίου. Μετά την ημερομηνία αυτή, το μέτρο θα μπορούσε να εγκριθεί από το Υπουργικό Συμβούλιο.
Σύμφωνα με το κείμενο του βασιλικού διατάγματος, με την αύξηση αυτή «ικανοποιείται ουσιαστικά το δικαίωμα σε δίκαιη και επαρκή αμοιβή, η οποία εξασφαλίζει στους εργαζομένους και τις οικογένειές τους ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης».
Παράλληλα, διατηρείται ο στόχος ο κατώτατος μισθός να αντιστοιχεί στο 60% του μέσου μισθού, όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Χάρτη.
Πρόκειται για την πρώτη φορά που η υπουργός Εργασίας, Γιολάντα Ντίαθ, προωθεί βασιλικό διάταγμα για την αύξηση του κατώτατου μισθού χωρίς τη συμφωνία των συνδικάτων. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις είχαν ζητήσει αύξηση κατά 7%, προειδοποιώντας ότι δεν θα κατέληγαν σε συμφωνία εάν δεν αντιμετωπιζόταν το ζήτημα του συμψηφισμού και της απορρόφησης των πρόσθετων παροχών και των μισθολογικών επιδομάτων.
Η εργοδοτική πλευρά χαρακτηρίζει το μέτρο προεκλογικό
Από την πλευρά των εργοδοτικών οργανώσεων, οι οποίες δεν έχουν στηρίξει τις τελευταίες αυξήσεις του κατώτατου μισθού, το μέτρο χαρακτηρίζεται προεκλογικό. Εκτιμάται ότι θα μπορούσε να εγκριθεί κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου ενόψει των γενικών εκλογών της 29ης Νοεμβρίου, ενώ παράλληλα ζητείται να δοθεί περισσότερος χρόνος για διάλογο.
Η ισπανική κυβέρνηση έχει την αρμοδιότητα να εγκρίνει την αύξηση του κατώτατου μισθού, αφού προηγουμένως διαβουλευθεί με τους κοινωνικούς εταίρους. Καθώς πρόκειται για βασιλικό διάταγμα, δεν απαιτείται η έγκριση του Κοινοβουλίου και η σχετική απόφαση θα μπορούσε να ληφθεί ακόμη και μετά τις εκλογές, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου κατά την οποία η κυβέρνηση θα ασκεί υπηρεσιακά καθήκοντα.
Η υπουργός Εργασίας, Γιολάντα Ντίαθ, υποστήριξε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού δεν μπορεί να καθυστερήσει εξαιτίας της προκήρυξης εκλογών, καθώς «όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να γνωρίζουν από την 1η Ιανουαρίου ποιος θα είναι ο κατώτατος μισθός».
«Επείγει η αύξηση του κατώτατου μισθού»
«Είναι επείγον να ξεκινήσουμε αμέσως τις απαραίτητες ενέργειες», δήλωσε χθες ο υφυπουργός Εργασίας, Χοακίν Πέρεθ Ρέι, όταν κλήθηκε να σχολιάσει την έκθεση των εμπειρογνωμόνων, η οποία είχε δημοσιοποιηθεί το ίδιο πρωί, καθώς και την πρόσκληση προς τους κοινωνικούς εταίρους για διαβουλεύσεις λίγες ώρες αργότερα.
Από την πλευρά τους, τα συνδικάτα επέμειναν στην πρότασή τους για αύξηση κατά 7%. Όπως εξήγησαν πηγές της συνδικαλιστικής οργάνωσης CCOO στο πρακτορείο EFE, η πρόταση λαμβάνει υπόψη την απόκλιση του πληθωρισμού από το 3,1% στο 4,9% για το 2026, καθώς και την πρόβλεψη για πληθωρισμό 4,9% το 2027.
Το συνδικάτο ζητά επίσης την έγκριση νομοθετικής ρύθμισης που θα εμποδίζει τον συμψηφισμό των πρόσθετων παροχών με την αύξηση του κατώτατου μισθού. Παράλληλα, ζητά να αποσαφηνιστούν οι φορολογικές επιπτώσεις της αύξησης και να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι θα διατηρήσουν ουσιαστικά την αγοραστική τους δύναμη.
Στο ίδιο πλαίσιο, η υπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης και κυβερνητική εκπρόσωπος, Έλμα Σάιθ, διαβεβαίωσε πρόσφατα ότι ο κατώτατος μισθός θα εξακολουθήσει να απαλλάσσεται από τον φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων.
«Θα συνεχίσουμε να τηρούμε τη δέσμευσή μας για την αύξηση του κατώτατου μισθού, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι θα παραμείνει αφορολόγητος», δήλωσε η Σάιθ, διευκρινίζοντας ότι η κυβέρνηση θα προσαρμόσει τη σχετική φορολογική έκπτωση, ώστε όσοι αμείβονται με τον κατώτατο μισθό να μην καταβάλλουν φόρο εισοδήματος.
Σήμερα, οι εργαζόμενοι που λαμβάνουν τον κατώτατο μισθό, ο οποίος ανέρχεται σε 17.094 ευρώ ετησίως, δικαιούνται φορολογική έκπτωση 591 ευρώ, η οποία εξασφαλίζει ότι δεν επιβαρύνονται με φόρο, ανεξάρτητα από την προσωπική τους κατάσταση.
Η επικαιροποίηση της συγκεκριμένης έκπτωσης προϋποθέτει νομοθετική μεταρρύθμιση, η οποία θα πρέπει να εγκριθεί είτε από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Κοινοβουλίου είτε, όπως εκτιμάται πιθανότερο, από τη νέα κυβέρνηση που θα προκύψει από τις εκλογές, μετά την έναρξη του 2027.