Το κοινοβούλιο της Ουγγαρίας εξέλεξε τον 73χρονο νομικό και πρώην επικεφαλής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Άντρας Μπάκα, ως τον 9ο Πρόεδρο της Δημοκρατίας, σε μια κίνηση με βαθύ πολιτικό και συμβολικό αποτύπωμα. Η υποψηφιότητά του προτάθηκε από το κυβερνών κεντροδεξιό κόμμα Tisza υπό τον πρωθυπουργό Πίτερ Μαγιάρ, ο οποίος επιδιώκει την αποδόμηση των θεσμικών προπυργίων που είχε εδραιώσει η μακροχρόνια διακυβέρνηση του Βίκτορ Όρμπαν.
Η υπερψήφιση του Μπάκα πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας του Tisza, ενώ οι βουλευτές του αντιπολιτευόμενου πλέον κόμματος Fidesz επέλεξαν να απέχουν πλήρως από την ψηφοφορία. Η αντικατάσταση του προηγούμενου προέδρου, Ταμάς Σούλιοκ —ο οποίος διατηρούσε στενούς δεσμούς με το περιβάλλον Όρμπαν— κατέστη δυνατή ύστερα από σχετική συνταγματική αναθεώρηση.
Η επιλογή του Άντρας Μπάκα φέρει έντονο συμβολισμό. Ο Μπάκα, διετέλεσε δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Ουγγαρίας από το 2009 έως το 2011. Τότε, η κυβέρνηση Όρμπαν τον απομάκρυνε πρόωρα από τη θέση του μέσω συνταγματικού τεχνάσματος (μετονομασία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε Curia), επειδή είχε ασκήσει κριτική στις κυβερνητικές μεταρρυθμίσεις. Η απομάκρυνσή του κρίθηκε αργότερα παράνομη από το ΕΔΔΑ στην ιστορική υπόθεση Baka v. Hungary (2014), η οποία καταδίκασε την Ουγγαρία για παραβίαση της ελευθερίας της έκφρασης και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη.
Αναλαμβάνοντας επίσημα τα καθήκοντά του στις 19 Αυγούστου 2026, ο Άντρας Μπάκα δήλωσε έτοιμος να υπηρετήσει την ενότητα του ουγγρικού έθνους και την ενίσχυση του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική, ευρωπαϊκή Ουγγαρία. Παρά τον εθιμοτυπικό χαρακτήρα του προεδρικού αξιώματος, η τοποθέτησή του σηματοδοτεί τη θεσμική στροφή της Βουδαπέστης και την αποκατάσταση προσώπων που βρέθηκαν στο στόχαστρο του προηγούμενου καθεστώτος.