Βαριά παραμένει η φορολογική «σφραγίδα» της Ελλάδας στην ακίνητη περιουσία και την ενέργεια, με τη χώρα να καταγράφει από τις υψηλότερες επιβαρύνσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα καταλαμβάνει την πρώτη θέση στην ΕΕ στους περιβαλλοντικούς φόρους, ενώ βρίσκεται στην τρίτη θέση όσον αφορά τη φορολογία της περιουσίας.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, η εικόνα στο μέτωπο της φοροδιαφυγής παρουσιάζει αισθητή βελτίωση. Η Κομισιόν καταγράφει σημαντική υποχώρηση του κενού ΦΠΑ στην Ελλάδα, αποδίδοντας την εξέλιξη στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, αλλά και στη διεύρυνση της χρήσης των ηλεκτρονικών πληρωμών.
Στην πρώτη γραμμή της ΕΕ η φορολογία της περιουσίας
Σύμφωνα με την έκθεση της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων της Κομισιόν (Report on Public Finances in EMU), τα έσοδα από τους φόρους στην περιουσία στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν το 2024 στην περιοχή του 2,5%-2,6% του ΑΕΠ.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη υψηλότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω από τη Γαλλία και το Βέλγιο.
Το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων προέρχεται από τους επαναλαμβανόμενους φόρους στην ακίνητη περιουσία, δηλαδή κυρίως τον ΕΝΦΙΑ, από τον οποίο το Δημόσιο εισπράττει περίπου 2,3 δισ. ευρώ ετησίως.
Η εικόνα, πάντως, δεν είναι ίδια με εκείνη που καταγραφόταν πριν από μία δεκαετία. Κατά την περίοδο 2014-2024, τα έσοδα από τη φορολογία της περιουσίας στην Ελλάδα υποχώρησαν σε χαμηλότερα επίπεδα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη είχαν οι μειώσεις στον ΕΝΦΙΑ, αλλά και οι αλλαγές στη φορολόγηση των γονικών παροχών, με την καθιέρωση του αφορολόγητου ορίου των 800.000 ευρώ.
Πρωτιά στους περιβαλλοντικούς φόρους
Ακόμη πιο έντονο είναι το φορολογικό αποτύπωμα της Ελλάδας στους περιβαλλοντικούς φόρους. Τα σχετικά έσοδα προσεγγίζουν το 3,7% του ΑΕΠ, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο μεταξύ όλων των κρατών-μελών της ΕΕ.
Τη μερίδα του λέοντος στις εισπράξεις καταλαμβάνει η φορολογία της ενέργειας, ενώ μικρότερη είναι η συμβολή των φόρων που επιβάλλονται στις μεταφορές, τη ρύπανση και τους φυσικούς πόρους.
Παρά την ευρωπαϊκή «πρωτιά», πάντως, η φορολογική επιβάρυνση από τους περιβαλλοντικούς φόρους ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι σήμερα χαμηλότερη σε σχέση με το 2014.
Μικραίνει αισθητά το κενό ΦΠΑ
Στον αντίποδα της υψηλής φορολογικής επιβάρυνσης σε περιουσία και ενέργεια, η Ελλάδα εμφανίζει σημαντική βελτίωση στη φορολογική συμμόρφωση.
Το λεγόμενο VAT gap, δηλαδή η διαφορά ανάμεσα στα έσοδα από τον ΦΠΑ που θεωρητικά θα έπρεπε να εισπράττει το Δημόσιο και σε αυτά που τελικά καταλήγουν στα δημόσια ταμεία, έχει περιοριστεί σημαντικά.
Για το 2023, το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στο 10%, ποσοστό ελαφρώς υψηλότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ, που ανήλθε στο 9,5%. Η επίδοση, ωστόσο, είναι αισθητά βελτιωμένη σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν το 2014.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ διαμορφώθηκε το 2023 στο 9,5%, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 128 δισ. ευρώ.
Την καλύτερη επίδοση μεταξύ των κρατών-μελών κατέγραψε η Αυστρία, με κενό μόλις 1%, ενώ ακολούθησαν η Φινλανδία και η Κύπρος, με 3%.
Στην άλλη πλευρά της κατάταξης βρέθηκε η Ρουμανία, όπου το κενό συμμόρφωσης έφτασε το 30%, ενώ ιδιαίτερα υψηλό ήταν και στη Μάλτα, στο 24%.
Η Κομισιόν αναδεικνύει την περαιτέρω ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών, την ηλεκτρονική τιμολόγηση, την αυτόματη διαβίβαση δεδομένων και τους ελέγχους βάσει ανάλυσης κινδύνου ως βασικά εργαλεία για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής και την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης.
Από την εργασία στην κατανάλωση μετατοπίζεται το φορολογικό βάρος
Ξεχωριστό κεφάλαιο της έκθεσης της Κομισιόν εξετάζει τις αλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στη φορολογική πολιτική των κρατών-μελών κατά την περίοδο 2019-2025.
Βασική διαπίστωση είναι ότι σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης καταγράφεται μετατόπιση του φορολογικού βάρους από την εργασία προς την κατανάλωση.
Οι φορολογικές αλλαγές που εφαρμόστηκαν κατά την περίοδο αυτή περιόρισαν, σε αρκετές περιπτώσεις, τις επιβαρύνσεις από την άμεση φορολογία εισοδήματος και τις ασφαλιστικές εισφορές, ενώ παράλληλα ενισχύθηκαν τα έσοδα από τους φόρους κατανάλωσης.
Στα περισσότερα κράτη-μέλη, οι αλλαγές στη φορολογική νομοθεσία είχαν ως αποτέλεσμα τα φορολογικά έσοδα να είναι χαμηλότερα από εκείνα που θα προέκυπταν εάν στα εισοδήματα του 2025 εξακολουθούσαν να εφαρμόζονται οι φορολογικοί κανόνες που ίσχυαν το 2019.
Η «κρυφή» αύξηση εσόδων από τη μη αναπροσαρμογή των ορίων
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην τιμαριθμική αναπροσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων και των ορίων για τις ασφαλιστικές εισφορές.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Κομισιόν, μια πλήρης αναπροσαρμογή των σχετικών ορίων ώστε να λαμβάνεται υπόψη ο πληθωρισμός θα οδηγούσε σε περιορισμό των φορολογικών εσόδων σχεδόν σε όλα τα κράτη-μέλη.
Αντίθετα, η διατήρηση των ορίων στα ίδια επίπεδα, χωρίς αντίστοιχη αναπροσαρμογή, μπορεί να λειτουργήσει ως σημαντικός μηχανισμός ενίσχυσης των δημόσιων εσόδων, καθώς η αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων μπορεί να μεταφέρει φορολογούμενους σε υψηλότερα κλιμάκια.
Την ίδια στιγμή, περίπου τα δύο τρίτα των χωρών της ΕΕ είδαν τις αλλαγές στη φορολογία της κατανάλωσης και, κυρίως, στους συντελεστές ΦΠΑ, να οδηγούν σε αύξηση των φορολογικών εσόδων.