Σε κρίσιμη καμπή βρισκονται οι διαπραγματεύσεις για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς στη Γενεύη βρίσκονται σε εξέλιξη οι κύριες συνομιλίες μεταξύ αμερικανικών, ουκρανικών και ευρωπαϊκών αντιπροσωπειών, με επίκεντρο το αμερικανικό σχέδιο που παρουσίασε η Ουάσιγκτον. Σύμφωνα με πηγή που μίλησε στο Reuters, οι διαβουλεύσεις έχουν περάσει πλέον στο πιο ουσιαστικό τους στάδιο, με όλες τις πλευρές να επιδιώκουν –αν και από διαφορετικές αφετηρίες– να υπάρξει πρόοδος εντός των επόμενων ημερών.
Καθώς οι συζητήσεις συνεχίζονται πίσω από κλειστές πόρτες, όλες οι πλευρές αναγνωρίζουν ότι οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές. Οι αποκλίσεις παραμένουν σημαντικές, αλλά το γεγονός ότι Ουάσιγκτον, Κίεβο και Ευρωπαίοι βρίσκονται στο ίδιο τραπέζι δημιουργεί –για πρώτη φορά εδώ και καιρό– την πολιτική δυναμική για να αναζητηθεί ένας οδικός χάρτης προς μια βιώσιμη κατάπαυση του πυρός.
Ο γραμματέας του Συμβουλίου Ασφαλείας και Άμυνας της Ουκρανίας, Ρούστεμ Ουμέροφ, δήλωσε ότι το Κίεβο προσέρχεται στο τραπέζι με προτάσεις που «αν και όχι οριστικοποιημένες» ενσωματώνουν αρκετές ουκρανικές προτεραιότητες. Ευχαρίστησε δε την αμερικανική πλευρά «για τη στενή συνεργασία» και εξέφρασε την προσδοκία πως θα υπάρξει περαιτέρω σύγκλιση.
Ωστόσο, την ώρα που οι συνομιλίες επιχειρούν να αποκτήσουν θετικό momentum, ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ άνοιξε νέο μέτωπο, κατηγορώντας δημόσια την ουκρανική ηγεσία ότι δεν επέδειξε «καμία ευγνωμοσύνη» για τις αμερικανικές προσπάθειες. Με ανάρτησή του στο Truth Social, εξαπέλυσε βολές και κατά των Ευρωπαίων, σημειώνοντας ότι «συνεχίζουν να αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο», ενώ κατηγόρησε τον Τζο Μπάιντεν για «αδράνεια» από την έναρξη του πολέμου.
Σε αυτό το κλίμα, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, έφτασε στη Γενεύη με την ελπίδα να καταγραφεί «ουσιαστική πρόοδος» στο σχέδιο Τραμπ, την ώρα που η ευρωπαϊκή πλευρά κρατά πιο μετριοπαθή στάση.
Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, από τη σύνοδο του G20 στο Γιοχάνεσμπουργκ, έκανε σαφές ότι δεν θεωρεί ρεαλιστικό το χρονοδιάγραμμα της Ουάσιγκτον, προτείνοντας μια πιο περιορισμένη, βηματική προσέγγιση. «Τα 28 σημεία του αμερικανικού σχεδίου είναι υπερβολικά περίπλοκα για να συμφωνηθούν σε τόσο σύντομο χρόνο», είπε χαρακτηριστικά.
Σαφέστατη ήταν και η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία υπογράμμισε πως «τα σύνορα δεν μπορούν να αλλάξουν διά της βίας», ενώ τόνισε ότι η Ουκρανία πρέπει να διατηρήσει την πλήρη δυνατότητα αυτοάμυνας και να έχει «το κυρίαρχο δικαίωμα να επιλέγει τη μοίρα της». Εξέφρασε δε την ανάγκη η Ε.Ε. να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε οποιαδήποτε μελλοντική ειρηνευτική συμφωνία.
Το σχέδιο που προτείνουν οι Ευρωπαίοι
Οι Ευρωπαίοι έχουν υποβάλει τροποποιημένη εκδοχή του ειρηνευτικού σχεδίου των ΗΠΑ για την Ουκρανία που μειώνει τις προτεινόμενες περικοπές στο μέγεθος των ουκρανικών στρατιωτικών δυνάμεων και περιορίζει τις εδαφικές παραχωρήσεις.
Το έγγραφο που ήλθε σε γνώση του Reuters συντάχθηκε για τις συνομιλίες της Γενεύης και προτείνει αριθμητικό όριο για τις ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις τις 800.000 σε καιρό ειρήνης, έναντι του ορίου των 600.000 που παρουσιάσθηκε στο ειρηνευτικό σχέδιο που εμφάνισαν οι ΗΠΑ.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο ορίζει επίσης ότι «διαπραγματεύσεις για ανταλλαγές εδαφών θα εκκινήσουν από τη Γραμμή Επαφής», έναντι της εκδοχής του αμερικανικού σχεδίου που όριζε εκ προοιμίου ότι ορισμένες περιοχές θα αναγνωρισθούν «de facto ρωσικές».
Η ευρωπαϊκή αντιπρόταση καταρτίσθηκε από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις του σχήματος E3 (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία), σύμφωνα με πληροφορημένη πηγή.
Η αντιπρόταση χρησιμοποιεί την αμερικανική πρόταση ως βάση, αλλά προχωρεί σημείο προς σημείο με προτάσεις για απαλείψεις ή τροποποιήσεις.
Προτείνει οι εγγυήσεις ασφαλείας που η Ουκρανία θα λάβει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να είναι αντίστοιχες με το Αρθρο 5 της Ατλαντικής Συμμαχίας.
Σχετικά με τη χρήση των παγωμένων στη Δύση, και κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ρωσικών περιουσιακών στοιχείων προβλέπει: «Η Ουκρανία θα ανοικοδομηθεί πλήρως και θα αποζημιωθεί οικονομικά και μέσω των ρωσικών περιουσιακών στοιχείων τα οποία θα παραμείνουν παγωμένα μέχρις ότου η Ρωσία αποζημιώσει την Ουκρανία για τις καταστροφές», αναφέρεται στο κείμενο της αντιπρότασης.
Το αμερικανικό σχέδιο προέβλεπε ότι 100 δισεκατομμύρια δολάρια από τα ρωσικά περιουσιακά στοιχεία θα επενδυθούν «σε μία υπό τις ΗΠΑ προσπάθεια ανοικοδόμησης και επενδύσεων στην Ουκρανία» και ότι οι ΗΠΑ θα λάβουν το 50% των κερδών από το εγχείρημα.
Το αμερικανικό σχέδιο πρότεινε επίσης το υπόλοιπο να επενδυθεί σε ένα «ξεχωριστό αμερικανορωσικό επενδυτικό όχημα».