Την ανάγκη η Ευρώπη να περάσει από τη θεωρία των αμυντικών δαπανών στην πραγματική επιχειρησιακή ισχύ ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης, μιλώντας στο συνέδριο “Athens Defence Summit” του υπουργείου Εθνικής Άμυνας, περιγράφοντας με σαφήνεια το νέο γεωπολιτικό και οικονομικό περιβάλλον που διαμορφώνεται στην Ευρώπη.
Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι για περισσότερες από τρεις δεκαετίες η Ευρώπη αντιμετώπιζε την άμυνα ως «συμπληρωματική πρόβλεψη» στους κρατικούς προϋπολογισμούς — ως μια δαπάνη που ερχόταν αφού είχαν καλυφθεί όλες οι υπόλοιπες ανάγκες. «Αυτή η εποχή έχει πλέον τελειώσει», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας πως το βασικό ερώτημα σήμερα δεν είναι αν οι ευρωπαϊκές χώρες θα δαπανήσουν περισσότερα για την άμυνα, αλλά αν μπορούν να μετατρέψουν αυτές τις δαπάνες σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα με την ταχύτητα που απαιτούν οι διεθνείς συνθήκες.
Όπως εξήγησε, η αποτρεπτική ισχύς το 2026 δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το ύψος των κρατικών προϋπολογισμών, αλλά από την ικανότητα ταχείας κινητοποίησης κεφαλαίων — δημόσιων και ιδιωτικών, εγχώριων και διασυνοριακών — ώστε αυτά να μετατρέπονται γρήγορα σε πλοία, δορυφόρους, πυρομαχικά και συνολικά σε μια ισχυρή βιομηχανική βάση παραγωγής αμυντικού υλικού.
Ωστόσο, ο υπουργός τόνισε ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σοβαρό πρόβλημα υλοποίησης. Παρά τα πρωτοφανή επίπεδα αμυντικών δαπανών που έχουν ήδη δεσμεύσει τα κράτη-μέλη, η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία —όπως είπε— παραμένει δομημένη για μια διαφορετική εποχή: κατακερματισμένη ανάμεσα σε εθνικούς «πρωταθλητές», προσαρμοσμένη σε ρυθμούς ειρηνικής περιόδου και χωρίς επαρκή χρηματοδότηση απέναντι στον όγκο των νέων παραγγελιών.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης έκανε λόγο για κύκλους προμηθειών που εξακολουθούν να μετρώνται σε χρόνια, για γραμμές παραγωγής που δεν μπορούν να επεκταθούν χωρίς σταθερή προβλεψιμότητα στη ζήτηση, αλλά και για μικρομεσαίους προμηθευτές που αδυνατούν να εξασφαλίσουν τραπεζική χρηματοδότηση, επειδή η αμυντική βιομηχανία εξακολουθεί να θεωρείται «αποκλεισμένος τομέας» από πολλούς θεσμικούς επενδυτές.
«Η στενωπός δεν βρίσκεται στις πιστώσεις, αλλά στην εκτέλεση», υπογράμμισε.
Στο πλαίσιο αυτό, παρουσίασε τρεις βασικούς άξονες για την αντιμετώπιση του προβλήματος.
Πρώτος άξονας, όπως είπε, είναι η ενεργότερη συμμετοχή των κεφαλαιαγορών στη χρηματοδότηση της ευρωπαϊκής άμυνας. Επικαλούμενος τις θέσεις του Mario Draghi, σημείωσε ότι οι ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις είναι άφθονες, αλλά η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη τους κατάλληλους μηχανισμούς ώστε να διοχετεύονται στρατηγικά στην αμυντική βιομηχανία.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, ανέφερε, δεν αποτελεί μια «αφηρημένη συζήτηση των Βρυξελλών», αλλά έναν κρίσιμο μηχανισμό μέσω του οποίου αποταμιεύσεις πολιτών, ασφαλιστικών εταιρειών και επενδυτικών κεφαλαίων μπορούν να χρηματοδοτήσουν ραντάρ, ναυπηγεία και τεχνολογίες διττής χρήσης που ενισχύουν την ευρωπαϊκή ασφάλεια. «Βαθύτερες και πιο ενοποιημένες αγορές αποτελούν από μόνες τους στρατηγικό πλεονέκτημα ασφάλειας», τόνισε.
Δεύτερος άξονας, σύμφωνα με τον υπουργό, είναι η άρση των «τεχνητών εμποδίων» που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την άμυνα ως μη αποδεκτό πεδίο επενδύσεων. Όπως είπε, πολλά ρυθμιστικά πλαίσια που αποκλείουν αμυντικές εταιρείες από επενδυτικά χαρτοφυλάκια σχεδιάστηκαν σε έναν κόσμο που «δεν υπάρχει πλέον». «Η κυριαρχία συνεπάγεται ισολογισμό και δεν θα πρέπει να διστάζουμε να τη χρηματοδοτούμε», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, ωστόσο, στο ζήτημα των κοινών ευρωπαϊκών προμηθειών, το οποίο χαρακτήρισε καθοριστικό για την πραγματική ενίσχυση της ευρωπαϊκής άμυνας.
Όπως εξήγησε, σήμερα τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ συνεχίζουν να προμηθεύονται αμυντικό εξοπλισμό με διαφορετικά χρονοδιαγράμματα, διαφορετικές προδιαγραφές και διαφορετικούς προμηθευτές, γεγονός που οδηγεί σε επικαλύψεις στην έρευνα και ανάπτυξη, μικρής κλίμακας παραγωγή, προβλήματα διαλειτουργικότητας και αδυναμία της βιομηχανίας να πραγματοποιήσει τις μεγάλες επενδύσεις που απαιτούνται.
«Στην πράξη, έχουμε οργανώσει την αμυντική μας αγορά ώστε να είναι μικρότερη από το άθροισμα των επιμέρους μελών της», σημείωσε.
Η λύση, κατά τον υπουργό, βρίσκεται στις συγκεντρωτικές προμήθειες σε ευρωπαϊκή κλίμακα, στις πολυετείς συμβάσεις που θα εξασφαλίζουν προβλεψιμότητα στη βιομηχανία και στις ενιαίες προδιαγραφές, ώστε ένας προμηθευτής στη Θεσσαλονίκη, στο Ταλίν ή στην Τουλούζη να μπορεί να εξυπηρετεί διαφορετικές χώρες χωρίς να απαιτείται κάθε φορά ανασχεδιασμός προϊόντων και συστημάτων.
Παράλληλα, έκανε ειδική αναφορά στα ευρωπαϊκά εργαλεία που ήδη διαμορφώνονται, όπως τα SAFE και EDIP, αλλά και στο έργο του Ευρωπαίου Επιτρόπου Άμυνας, τονίζοντας ότι το ζητούμενο πλέον είναι η πολιτική βούληση ώστε αυτά τα εργαλεία να αξιοποιηθούν στην κλίμακα που απαιτούν οι συνθήκες.
Ο Κυριάκος Πιερρακάκης υπογράμμισε ακόμη ότι η δυνατότητα κρατικού δανεισμού είναι περιορισμένη, ενώ η χρηματοδότηση μέσω των αγορών μπορεί να αποδειχθεί πολύ ισχυρότερη όταν κινητοποιείται σωστά.
Κλείνοντας την ομιλία του, ο υπουργός συνέδεσε τη σημερινή συγκυρία με τις μεγάλες ιστορικές στρατηγικές αναμετρήσεις του παρελθόντος, σημειώνοντας ότι οι χώρες που επικράτησαν δεν ήταν εκείνες με τους μεγαλύτερους προϋπολογισμούς, αλλά εκείνες που κατάφεραν να δημιουργήσουν θεσμούς ικανούς να μετατρέψουν τους εθνικούς πόρους σε πραγματική εθνική ισχύ.
«Η Ευρώπη διαθέτει τις απαραίτητες αποταμιεύσεις. Διαθέτει την τεχνολογία. Διαθέτει τη βιομηχανική κληρονομιά. Αυτό που χρειάζεται είναι η πειθαρχία να τα συνδέσει», κατέληξε.