Μέσα σε ένα σκηνικό εύθραυστης αποκλιμάκωσης, όπου η στρατιωτική ένταση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να απειλεί την παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια, η Τεχεράνη εμφανίζεται να εξετάζει νέα αμερικανική πρόταση για την επόμενη ημέρα του πολέμου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. Το παράδοξο είναι ότι ο δίαυλος επικοινωνίας δεν περνά —τουλάχιστον αυτή τη φορά— ούτε από τη Γενεύη ούτε από το Ομάν, αλλά από το Ισλαμαμπάντ.
Ο εκπρόσωπος του ιρανικού υπουργείου Εξωτερικών, Εσμαΐλ Μπαγαΐ, επιβεβαίωσε το βράδυ της Τετάρτης ότι η Τεχεράνη έλαβε νέες θέσεις από την αμερικανική πλευρά, οι οποίες βρίσκονται πλέον «υπό εξέταση», στο πλαίσιο μιας παρασκηνιακής διαπραγμάτευσης που διεξάγεται με τη μεσολάβηση του Πακιστανού υπουργού Εσωτερικών.
«Έχουμε λάβει τις απόψεις της αμερικανικής πλευράς και τώρα τις εξετάζουμε», δήλωσε χαρακτηριστικά στην κρατική τηλεόραση, φροντίζοντας πάντως να υπενθυμίσει πως η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις Ηνωμένες Πολιτείες με «μεγάλη δυσπιστία».
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ανταλλαγή μηνυμάτων συνεχίζεται πάνω στη βάση της πρότασης 14 σημείων που έχει καταθέσει η Τεχεράνη, με το Πακιστάν να επιχειρεί να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής ανάμεσα στις δύο εμπόλεμες πλευρές, σε μια περίοδο όπου κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει είτε μια συμφωνία είτε μια νέα στρατιωτική κλιμάκωση.
Η ιρανική πλευρά επανέφερε παράλληλα τις βασικές της απαιτήσεις: την αποδέσμευση των παγωμένων ιρανικών περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό και τον τερματισμό του αμερικανικού αποκλεισμού στα ιρανικά λιμάνια, που έχει παραλύσει μεγάλο μέρος του εμπορίου της χώρας.
Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη επιδιώκει τη δημιουργία ενός νέου μηχανισμού ασφαλείας στα Στενά του Ορμούζ, με τη συμμετοχή του Ομάν, σε μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η σταθερότητα στη σημαντικότερη ίσως θαλάσσια ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη.
Ο Μπαγαΐ αποκάλυψε ότι το Ιράν είναι έτοιμο να συζητήσει πρωτόκολλα ασφαλούς ναυσιπλοΐας με τα υπόλοιπα παράκτια κράτη της περιοχής, χωρίς ωστόσο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για το πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένα τέτοιο πλαίσιο.
Από τα τέλη Φεβρουαρίου, όταν ξέσπασε ανοιχτά ο πόλεμος μεταξύ Ιράν, Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ, η Τεχεράνη έχει ουσιαστικά περιορίσει τη διέλευση ξένων πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, επιτρέποντας σχεδόν αποκλειστικά την κίνηση ιρανικών σκαφών. Η κίνηση αυτή προκάλεσε τη μεγαλύτερη διαταραχή στον παγκόσμιο ενεργειακό εφοδιασμό στη σύγχρονη ιστορία, εκτινάσσοντας τις τιμές του πετρελαίου και προκαλώντας αλυσιδωτές αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες απάντησαν τον περασμένο μήνα επιβάλλοντας δικό τους αποκλεισμό στα ιρανικά λιμάνια, εντείνοντας ακόμη περισσότερο την οικονομική πίεση προς την Τεχεράνη.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό γεωπολιτικό περιβάλλον, ο Ντόναλντ Τραμπ εμφανίστηκε την Τετάρτη να αφήνει ανοιχτό τόσο το ενδεχόμενο συμφωνίας όσο και νέας στρατιωτικής δράσης.
«Βρισκόμαστε στο τελικό στάδιο με το Ιράν. Θα δούμε τι θα συμβεί. Είτε θα έχουμε συμφωνία είτε θα κάνουμε κάποια πράγματα που είναι λίγο δυσάρεστα, αλλά ελπίζουμε ότι αυτό δεν θα χρειαστεί», δήλωσε στους δημοσιογράφους.
Ο Αμερικανός πρόεδρος αποκάλυψε επίσης ότι τις προηγούμενες ημέρες έφτασε πολύ κοντά στο να εγκρίνει νέες επιθέσεις, αλλά τελικά επέλεξε να δώσει περισσότερο χρόνο στις διαπραγματεύσεις.
Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι δεν βιάζεται να τερματίσει τη σύγκρουση, επιμένοντας πως προτεραιότητα για την Ουάσινγκτον είναι η επίτευξη των στρατηγικών της στόχων και όχι η πίεση ενός αυστηρού χρονοδιαγράμματος.
Οι δηλώσεις Τραμπ λειτούργησαν πάντως σαν σήμα αποκλιμάκωσης για τις αγορές, οι οποίες είχαν ζήσει επί εβδομάδες υπό τον φόβο γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή.
Το Brent κατέγραψε βουτιά 5%, υποχωρώντας στα 105 δολάρια το βαρέλι — έχοντας αγγίξει προσωρινά ακόμη και τα 103 δολάρια — ενώ σημαντική αποκλιμάκωση σημειώθηκε και στην αγορά ομολόγων, με την απόδοση του αμερικανικού 10ετούς να υποχωρεί κατά 9 μονάδες βάσης, στο 4,58%.
Παρά τη σχετική αισιοδοξία των αγορών, οι διαπραγματεύσεις παραμένουν εξαιρετικά εύθραυστες. Έξι εβδομάδες μετά την παύση της επιχείρησης «Epic Fury» και τις πρώτες προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός, η πρόοδος στις συνομιλίες εξακολουθεί να είναι περιορισμένη, με τη Μέση Ανατολή να κινείται ακόμη πάνω σε μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διπλωματία και σε μια νέα στρατιωτική έκρηξη.