Σε μια αιφνιδιαστική κίνηση που σηματοδοτεί νέα επιδείνωση στις αμερικανορωσικές σχέσεις, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ άφησε χθες να ξεσπάσει η οργή του κατά του Βλαντίμιρ Πούτιν, ακυρώνοντας την πολυαναμενόμενη συνάντηση των δύο ηγετών στη Βουδαπέστη και ανακοινώνοντας ένα νέο, εκτεταμένο πακέτο κυρώσεων κατά του ρωσικού ενεργειακού τομέα.
Μιλώντας από το Οβάλ Γραφείο, ο Τραμπ τόνισε ότι η ακύρωση της συνόδου δεν ήταν τυχαία, καθώς –όπως είπε– «οι συζητήσεις με τον Βλαντίμιρ δεν οδηγούν πουθενά». «Δεν ένιωθα πως η συνάντηση θα μας πήγαινε εκεί που πρέπει να πάμε. Έτσι την ακύρωσα», δήλωσε, προσθέτοντας όμως πως «θα γίνει στο μέλλον».
Ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε παράλληλα «τεράστιες κυρώσεις» εναντίον των ενεργειακών κολοσσών Rosneft και Lukoil, κατηγορώντας τη Μόσχα για «έλλειψη σοβαρής δέσμευσης» στην ειρηνευτική διαδικασία για την Ουκρανία. Τα μέτρα προβλέπουν πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων των δύο εταιρειών στις ΗΠΑ και απαγόρευση συναλλαγών με αμερικανικές επιχειρήσεις.
«Ελπίζουμε ότι δεν θα χρειαστεί να διαρκέσουν πολύ. Ελπίζουμε ότι ο πόλεμος θα τερματιστεί», σημείωσε ο Τραμπ, έχοντας στο πλευρό του τον Γενικό Γραμματέα του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε.
Συντονισμένες κινήσεις ΗΠΑ και ΕΕ
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να συντονίζει τα βήματά της με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία ανακοίνωσε την ίδια μέρα νέα μέτρα κατά της Ρωσίας. Οι «27» κατέληξαν σε συμφωνία για ακόμη πιο σκληρές κυρώσεις στους ρωσικούς υδρογονάνθρακες, που περιλαμβάνουν πλήρη απαγόρευση εισαγωγής ρωσικού LNG και περιορισμούς στο λεγόμενο «στόλο φαντασμάτων» – τα δεξαμενόπλοια που χρησιμοποιεί η Μόσχα για να παρακάμπτει το εμπάργκο.
Παράλληλα, οι Βρυξέλλες εξετάζουν την αξιοποίηση των δεσμευμένων ρωσικών κρατικών κεφαλαίων προς όφελος της Ουκρανίας, ένα ζήτημα που παραμένει πολιτικά ευαίσθητο, αλλά αποκτά νέα δυναμική.
Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα δήλωσε ότι η ΕΕ θα διασφαλίσει τη χρηματοδότηση της Ουκρανίας και για τα έτη 2026 και 2027, επισημαίνοντας πως η πολιτική απόφαση έχει ήδη ληφθεί.
Αντιδράσεις από Κίεβο και Μόσχα
Η κίνηση της Ουάσιγκτον χαιρετίστηκε άμεσα από το Κίεβο. Η πρέσβειρα της Ουκρανίας στις ΗΠΑ Όλγα Στεφανίσινα χαρακτήρισε την απόφαση «πλήρως ευθυγραμμισμένη με τη θέση της Ουκρανίας», υπογραμμίζοντας ότι η ειρήνη μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω «μέγιστης πίεσης στον επιτιθέμενο».
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι, φτάνοντας στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ, ευχαρίστησε προσωπικά τον Τραμπ, λέγοντας πως οι κυρώσεις αποτελούν «ισχυρό και αναγκαίο μήνυμα ότι η επίθεση δεν θα μείνει αναπάντητη». Ο ίδιος εξέφρασε συγκρατημένη αισιοδοξία ότι μια κατάπαυση του πυρός παραμένει εφικτή, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο πως εδαφικές παραχωρήσεις δεν αποτελούν επιλογή για το Κίεβο.
Η Μόσχα, αντίθετα, αντέδρασε έντονα. Το ρωσικό υπουργείο Εξωτερικών κατήγγειλε ότι οι δυτικές κυρώσεις είναι «αντιπαραγωγικές» και πλήττουν περισσότερο την ίδια την Ευρώπη παρά τη Ρωσία. «Οι ελίτ της ΕΕ απλώς δεν μπορούν να αποδεχθούν ότι τα μέτρα τους δεν λειτουργούν», δήλωσε η εκπρόσωπος Μαρία Ζαχάροβα, επαναλαμβάνοντας πως οι «στόχοι της Ρωσίας παραμένουν απαράλλακτοι».
Κλιμάκωση στο πεδίο
Οι νέες κυρώσεις ήρθαν λίγες ώρες μετά από νέο κύμα ρωσικών επιθέσεων στην Ουκρανία, με πάνω από 400 drones και 30 πυραύλους, σύμφωνα με τις αρχές του Κιέβου. Επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ μία από τις πιο σφοδρές επιθέσεις σημειώθηκε στο Χάρκοβο, όπου ρωσικά drones έπληξαν ακόμη και ιδιωτικό νηπιαγωγείο.
Η κατάσταση στο πεδίο, σε συνδυασμό με την πολιτική ένταση ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Μόσχα, δείχνει ότι ο πόλεμος εισέρχεται σε μια νέα φάση αντιπαράθεσης, με τις κυρώσεις να αποτελούν πλέον το κύριο εργαλείο πίεσης της Δύσης προς το Κρεμλίνο.
Όπως σχολίασε αναλυτής στην αμερικανική τηλεόραση, «ο Τραμπ μπορεί να απέφυγε τη Βουδαπέστη, αλλά έστειλε το μήνυμα που ήθελε: δεν θα υπάρξει διάλογος χωρίς κόστος».