Η ανθεκτικότητα και η δυναμική της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να αποτελούν τον βασικό πυλώνα του επενδυτικού αφηγήματος για τον εγχώριο τραπεζικό κλάδο, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Jefferies. Με αφορμή τα στοιχεία για το ΑΕΠ της Ευρωζώνης κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο διεθνής οίκος επανεξετάζει τις βασικές μακροοικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χώρα εξακολουθεί να διαθέτει ένα από τα πλέον ευνοϊκά αναπτυξιακά περιβάλλοντα στην Ευρώπη.
Όπως επισημαίνει, η ελληνική οικονομία συνεχίζει να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το 2025 η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ διαμορφώθηκε στο 2,1%, υπερβαίνοντας κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες τον μέσο όρο της ΕΕ και σηματοδοτώντας το πέμπτο διαδοχικό έτος ταχύτερης ανάπτυξης. Η ίδια τάση διατηρήθηκε και στις αρχές του 2026, καθώς η Ελλάδα κατέγραψε ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 2% στο πρώτο τρίμηνο, έναντι μόλις 0,7% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Jefferies εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με ταχύτερους ρυθμούς από την υπόλοιπη Ευρώπη και τα επόμενα χρόνια, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και την ιδιωτική κατανάλωση, οι οποίες εξακολουθούν να ενισχύουν τη συνολική οικονομική δραστηριότητα.
Ισχυρή δημοσιονομική θέση και αναγνώριση από την Κομισιόν
Σύμφωνα με τον οίκο, η Ελλάδα βρίσκεται πλέον σε σαφώς ισχυρότερη θέση σε σύγκριση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, ιδιαίτερα στο πεδίο των δημόσιων οικονομικών. Το 2025 συγκαταλέχθηκε στις μόλις πέντε χώρες της Ευρώπης που κατέγραψαν δημοσιονομικό πλεόνασμα, ενώ η τάση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδει η Jefferies στην πρόσφατη αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία, για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια, έκρινε ότι η Ελλάδα δεν αντιμετωπίζει πλέον μακροοικονομικές ανισορροπίες. Πρόκειται, όπως σημειώνει, για μια εξέλιξη με ισχυρό συμβολισμό, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ότι την ίδια περίοδο δέκα κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να βρίσκονται υπό καθεστώς υπερβολικού ελλείμματος και αυξημένης εποπτείας από τις Βρυξέλλες.
Ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους
Θετική είναι η εικόνα και στο μέτωπο του δημόσιου χρέους. Παρά το γεγονός ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ παραμένει υψηλός –στο 146% έναντι 89% κατά μέσο όρο στην ΕΕ– η Ελλάδα καταγράφει τη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση χρέους στην Ευρώπη τα τελευταία χρόνια.
Όπως αναφέρει η Jefferies, από το 2016 έως σήμερα ο δείκτης έχει μειωθεί κατά περίπου 40%, ενώ σε σχέση με τα επίπεδα του 2020 η υποχώρηση προσεγγίζει το 60%. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη σε συνδυασμό με τη δημοσιονομική πειθαρχία δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω βελτίωση τα επόμενα χρόνια.
Ο οίκος εκτιμά ότι η Ελλάδα θα ξεπεράσει φέτος την Ιταλία σε όρους δείκτη χρέους προς ΑΕΠ, ενώ έως το 2029 αναμένεται να βρεθεί και κάτω από τη Γαλλία. Παράλληλα, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το ελληνικό δημόσιο χρέος θα υποχωρήσει κάτω από το 100% του ΑΕΠ έως το 2035 και κάτω από το 60% έως το 2054.
Ισχυρή πιστωτική επέκταση και ώθηση από τις επενδύσεις
Η Jefferies επισημαίνει επίσης ότι η πιστωτική επέκταση στην Ελλάδα εξακολουθεί να κινείται σημαντικά υψηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τον επιχειρηματικό δανεισμό να αποτελεί τον βασικό μοχλό ανάπτυξης.
Οι επενδύσεις διατηρούν έντονη ανοδική δυναμική, ενώ εξακολουθεί να υπάρχει σημαντικό περιθώριο σύγκλισης με τα επίπεδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Την ίδια στιγμή, η οικονομία εξακολουθεί να επωφελείται από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), οι οποίοι στηρίζουν τόσο τη ζήτηση για χρηματοδότηση όσο και την υλοποίηση νέων επενδυτικών σχεδίων.
Τα οφέλη του Ταμείου Ανάκαμψης δεν σταματούν το 2026
Κατά την εκτίμηση του οίκου, η συμβολή του RRF στην ελληνική οικονομία και στις τράπεζες θα συνεχιστεί και μετά το πέρας της τρέχουσας προγραμματικής περιόδου.
Η Ελλάδα συγκαταλέγεται στους μεγαλύτερους αποδέκτες κοινοτικών πόρων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ιδιαίτερη βαρύτητα να δίνεται στο σκέλος των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης. Μέσω αυτού του μηχανισμού, οι τράπεζες λειτουργούν ως ενδιάμεσοι χρηματοδότες επενδυτικών έργων, καθώς το RRF καλύπτει το 50% της επένδυσης και οι τράπεζες το 30% μέσω δανεισμού.
Παρότι η περίοδος υλοποίησης των σχετικών έργων ολοκληρώνεται τυπικά το 2026, η Jefferies εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα διατηρηθούν το 2027 σε επίπεδα αντίστοιχα με εκείνα του 2026. Η εξέλιξη αυτή θα υποστηριχθεί από τη συνέχιση των εκταμιεύσεων των δανείων του Ταμείου προς τους τελικούς δικαιούχους.
Από τα συνολικά 18 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στην Ελλάδα μέσω του σχετικού προγράμματος, έχουν μέχρι σήμερα εκταμιευθεί μόλις 5,8 δισ. ευρώ, γεγονός που αφήνει σημαντικό περιθώριο περαιτέρω χρηματοδοτήσεων. Παράλληλα, η συγχρηματοδότηση των έργων από τις ελληνικές τράπεζες ανέρχεται ήδη σε περίπου 3,9 δισ. ευρώ.
Θετικές προοπτικές για τις τράπεζες
Συνοψίζοντας, η Jefferies υποστηρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες δραστηριοποιούνται σήμερα σε ένα από τα πιο ελκυστικά μακροοικονομικά περιβάλλοντα της Ευρώπης, το οποίο έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτικό παρά τις διεθνείς αβεβαιότητες.
Στο πλαίσιο αυτό, ο οίκος υπενθυμίζει και την πρόσφατη τοποθέτηση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάδα έχει μετατοπίσει την εστίασή της από την ανάκαμψη στη στρατηγική επιτάχυνση».
Με δεδομένο ότι οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με έκπτωση της τάξης του 15%, η Jefferies διατηρεί αμετάβλητη τη θετική της στάση απέναντι στον κλάδο, επαναλαμβάνοντας τη σύσταση Buy και για τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.