Η Scope Ratings διατηρεί θετική εικόνα για τις τέσσερις συστημικές ελληνικές τράπεζες — Εθνική Τράπεζα (BBB+/Stable), Alpha Bank (BBB/Stable), Eurobank και Τράπεζα Πειραιώς — επισημαίνοντας ότι τα αποτελέσματα του α’ εξαμήνου του 2026 ήταν ισχυρά και επιβεβαιώνουν τη βελτίωση των λειτουργικών και χρηματοοικονομικών τους επιδόσεων.
Σε νέα ανάλυσή της, η Scope αναθεωρεί προς τα πάνω κατά 10 μονάδες βάσης τις εκτιμήσεις της για τα καθαρά περιθώρια επιτοκίου σε σχέση με το Greek Bank Outlook του Μαρτίου. Όπως εξηγεί, τα υψηλότερα επιτόκια Euribor αναμένεται να αντισταθμίσουν τη συμπίεση των περιθωρίων στις νέες χορηγήσεις, στηρίζοντας την οργανική κερδοφορία των τραπεζών.
Παράλληλα, ο οίκος προβλέπει υψηλότερη αύξηση των εσόδων από προμήθειες και αμοιβές, λόγω της ισχυρής δυναμικής στις πωλήσεις προϊόντων wealth management και προστασίας, αλλά και της ενίσχυσης του transaction banking.
Ωστόσο, η Scope εκτιμά ότι το κόστος πιστωτικού κινδύνου θα κινηθεί υψηλότερα το 2026, υπερβαίνοντας τις 50 μονάδες βάσης. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στην προσδοκία ότι οι τράπεζες θα υιοθετήσουν πιο συντηρητική πολιτική προβλέψεων, καθώς το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει αβέβαιο και οι μακροοικονομικές συνθήκες λιγότερο προβλέψιμες.
Η Πειραιώς έχει ήδη αυξήσει την πρόβλεψή της για το σύνολο του έτους σε περίπου 60 μονάδες βάσης, από 50 μονάδες βάσης προηγουμένως, ενσωματώνοντας εν μέρει και έκτακτη επίπτωση που συνδέεται με τον νόμο Κατσέλη για προστατευόμενους δανειολήπτες στεγαστικών δανείων.
Ισχυρή ζήτηση για πιστώσεις
Οι ισχυρές λειτουργικές συνθήκες της ελληνικής οικονομίας συνεχίζουν να στηρίζουν τη ζήτηση για πιστώσεις και να ενισχύουν την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Η επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων παραμένει έντονη, ενώ ο τουρισμός κατευθύνεται προς ακόμη μία χρονιά-ρεκόρ.
Την ίδια ώρα, η απορρόφηση πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) οδηγεί τις δημόσιες επενδύσεις σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, ενώ η ανεργία συνεχίζει να αποκλιμακώνεται σε χαμηλά πολλών ετών.
Η Scope σημειώνει επίσης ότι η κυβέρνηση αξιοποιεί τα δημοσιονομικά αποθέματα που δημιουργήθηκαν μέσω των διατηρούμενων πρωτογενών πλεονασμάτων, προκειμένου να μετριάσει τις επιπτώσεις του αυξημένου ενεργειακού κόστους σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Για τον σκοπό αυτό έχουν ήδη διατεθεί 800 εκατ. ευρώ.
Οι τράπεζες κατέγραψαν διατηρούμενη αύξηση των χορηγήσεων και κατά το δεύτερο τρίμηνο. Η Eurobank αναβάθμισε την πρόβλεψή της για την καθαρή επέκταση των δανείων σε τουλάχιστον 4,5 δισ. ευρώ, από 3,8 δισ. ευρώ προηγουμένως, ενώ τόσο η Alpha Bank όσο και η Πειραιώς δήλωσαν ότι βρίσκονται σε τροχιά υπέρβασης των αντίστοιχων στόχων τους.
Η εταιρική χρηματοδότηση παραμένει ο βασικός μοχλός
Η εταιρική χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα δραστηριότητας των ελληνικών τραπεζών. Σύμφωνα με στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, οι χορηγήσεις προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις αυξήθηκαν κατά 9,8% σε ετήσια βάση τον Ιούνιο του 2026.
Η ζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε έργα υποδομών, ενεργειακής μετάβασης, τουρισμού και ναυτιλίας, τομείς που απορροφούν σημαντικό μέρος των επενδυτικών κεφαλαίων που συνδέονται με το RRF.
Παράλληλα, η δυναμική αύξηση των καθαρών εσόδων από προμήθειες συνεχίζεται αμείωτη, καθώς οι διοικήσεις επιδιώκουν μεγαλύτερη διαφοροποίηση των πηγών εσόδων πέρα από τις παραδοσιακές χορηγήσεις.
Η στρατηγική αυτή αποτυπώνεται σε σειρά πρόσφατων κινήσεων: στην ενσωμάτωση της AXIA από την Alpha Bank σε ευρύτερη πλατφόρμα wholesale και investment banking και στην εμβάθυνση της συνεργασίας της με τη UniCredit· στη νέα συνεργασία bancassurance της Εθνικής Τράπεζας με την Allianz και στη συνεργασία της στον τομέα ακινήτων με τη Dromeus Capital· καθώς και στις πρόσφατες επενδύσεις της Πειραιώς και της Eurobank στις ασφαλιστικές Εθνική Ασφαλιστική και Eurolife, αντίστοιχα.
Η Scope εκτιμά ότι τα έσοδα από προμήθειες και αμοιβές θα αντιπροσωπεύουν περίπου το 25% των βασικών εσόδων το 2026, έναντι 23% το 2025. Παρά την πρόοδο, η συμβολή των προμηθειών παραμένει χαμηλότερη από τα ευρωπαϊκά πρότυπα, γεγονός που αφήνει σημαντικά περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης.
Ισχυρή ποιότητα ενεργητικού και κεφαλαιακές θέσεις
Ο οίκος αξιολόγησης σημειώνει ότι οι τράπεζες καταγράφουν ελάχιστες έως μηδενικές ανησυχίες για την ποιότητα του ενεργητικού. Με εξαίρεση ορισμένες στεγαστικές θέσεις, τα παλαιά μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα έχουν σε μεγάλο βαθμό αντιμετωπιστεί μέσω πωλήσεων και τιτλοποιήσεων.
Οι δείκτες μικτών μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (NPEs) συνέχισαν να υποχωρούν στο β’ τρίμηνο, διαμορφούμενοι μεταξύ 2,2% και 3,6% στις τέσσερις συστημικές τράπεζες, με τη βελτίωση να υποστηρίζεται από ικανοποιητικά επίπεδα κάλυψης.
Η δημιουργία κεφαλαίου έχει επιβραδυνθεί, καθώς η ισχυρή κερδοφορία συνοδεύεται από αύξηση των χορηγήσεων και συνεπώς των σταθμισμένων στοιχείων ενεργητικού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εικόνα επιβαρύνεται επιπλέον από την κατανάλωση κεφαλαίου που συνδέεται με εξαγορές και συγχωνεύσεις.
Μετά την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής, η Πειραιώς εμφανίζει σχετικά περιορισμένο κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, περίπου 2,6%, ενώ οι άλλες τρεις τράπεζες διατηρούν πιο άνετη κεφαλαιακή θέση, με αποθέματα ασφαλείας MDA μεταξύ 4,2% και 6,6%.
Θετική εξέλιξη θεωρείται και η συνεχιζόμενη μείωση των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων (DTCs). Οι πιστώσεις αυτές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 40% του κεφαλαίου CET1 των τεσσάρων τραπεζών και η Scope εκτιμά ότι θα υποχωρήσουν κάτω από το 20% για όλες τις συστημικές τράπεζες έως το 2030.
Κίνδυνοι από τον ανταγωνισμό και τη συγκέντρωση
Παρά τη θετική εικόνα, η Scope επισημαίνει ότι η δραστηριότητα στην εταιρική χρηματοδότηση απαιτεί στενή παρακολούθηση.
Οι βασικοί κίνδυνοι προέρχονται από την εντεινόμενη ανταγωνιστική πίεση στις εταιρικές χορηγήσεις, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει σε πιο επιθετικά κριτήρια χορήγησης και σε αυξημένη συγκέντρωση κινδύνου.
Σημαντικό μέρος της σημερινής ζήτησης για δάνεια συνδέεται με επενδυτικά έργα που χρηματοδοτούνται από το RRF, γεγονός που συγκεντρώνει την έκθεση των τραπεζών σε ένα στενότερο σύνολο μεγάλων επιχειρήσεων.
Το ΔΝΤ εκτίμησε πρόσφατα ότι οι συνολικές εκθέσεις των τεσσάρων μεγάλων ελληνικών τραπεζών έναντι μεγάλων επιχειρήσεων ανέρχονται στο 122% του κεφαλαίου Tier 1, ακόμη και μετά τη συνεκτίμηση παραγόντων μετριασμού του κινδύνου.
Πρόσθετες ενδείξεις συγκέντρωσης καταγράφηκαν και στο β’ τρίμηνο, όταν περιορισμένος αριθμός μεγάλων εταιρικών συναλλαγών αντιστοιχούσε σε σημαντικό μέρος της αύξησης των καταθέσεων πελατών, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 4,8% σε τριμηνιαία βάση στο σύνολο των τεσσάρων τραπεζών.
Καταλήγοντας, η Scope αναφέρει ότι οι Σταθερές Προοπτικές (Stable Outlooks) για την Εθνική Τράπεζα και την Alpha Bank αντανακλούν την εκτίμηση πως το ανοδικό περιθώριο που δημιουργείται από τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών εξισορροπείται, προς το παρόν, από τους καθοδικούς κινδύνους που απορρέουν από την ταχεία πιστωτική επέκταση και τη συνεχιζόμενη μακροοικονομική αβεβαιότητα.