Νέα σημάδια πίεσης εμφανίζονται στον ευρωπαϊκό κλάδο λιανικής, καθώς η επιδείνωση των συνθηκών για τους καταναλωτές έρχεται να προστεθεί στις ανησυχίες των επενδυτών για το κόστος λειτουργίας και τις προοπτικές των εταιρικών κερδών.
Η πρόσφατη εικόνα από την Hennes & Mauritz ενίσχυσε τους προβληματισμούς. Η σουηδική αλυσίδα μόδας ανακοίνωσε περιορισμένη αύξηση των πωλήσεων, ενώ η εικόνα των περιθωρίων κέρδους ήταν ακόμη πιο αδύναμη, καθώς χωρίς την επίδραση επιστροφών δασμών θα είχε καταγραφεί συρρίκνωση.
Η εξέλιξη αυτή προστίθεται σε μια σειρά αρνητικών ενδείξεων για τον κλάδο. Η Inditex, μητρική της Zara, είχε επίσης παρουσιάσει απογοητευτικά αποτελέσματα νωρίτερα μέσα στον μήνα, ενώ η βρετανική Next Plc προχώρησε σε υποβάθμιση της πρόβλεψής της για τις πωλήσεις στην εγχώρια αγορά.
Ο λογαριασμός της ενέργειας επιβαρύνει τα νοικοκυριά
Οι πιέσεις στο λιανεμπόριο συνδέονται σε σημαντικό βαθμό με το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον. Ο δείκτης Stoxx 600 Retail έχει υποχωρήσει 5,2% από τις αρχές του έτους, την ώρα που ο ευρύτερος δείκτης αναφοράς Stoxx 600 καταγράφει άνοδο 7,5%.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και η πιο περιοριστική στάση των κεντρικών τραπεζών δημιουργούν ένα δυσμενές μείγμα για τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά. Το Brent κινείται πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, εξέλιξη που αυξάνει το κόστος καυσίμων και φυσικού αερίου και ενισχύει τους φόβους για νέα ενεργειακή επιβάρυνση των καταναλωτών κατά τους χειμερινούς μήνες.
Ταυτόχρονα, τα υψηλότερα επιτόκια αυξάνουν το κόστος εξυπηρέτησης στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, καθώς και των πιστωτικών καρτών, περιορίζοντας το διαθέσιμο εισόδημα που μπορεί να κατευθυνθεί σε αγορές.
«Έχω μηδενική έκθεση στους ευρωπαϊκούς κλάδους που συνδέονται με την κατανάλωση», δήλωσε ο Ρόλαντ Καλουγιάν, στρατηγικός αναλυτής της Societe Generale, επισημαίνοντας ότι ο συνδυασμός ακριβότερων καυσίμων, υψηλότερων επιτοκίων και γεωπολιτικής αβεβαιότητας δημιουργεί σημαντική πίεση στα νοικοκυριά.
Οι επενδυτές περιορίζουν την έκθεσή τους
Η επιφυλακτικότητα δεν περιορίζεται στις επιδόσεις των εισηγμένων εταιρειών. Πρόσφατη έρευνα της Bank of America έδειξε ότι καθαρό 50% των διαχειριστών κεφαλαίων διατηρεί μικρότερη από τη συνηθισμένη έκθεση στις ευρωπαϊκές εταιρείες λιανικής. Πρόκειται για το χαμηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2014.
Ο κλάδος βρίσκεται, παράλληλα, μεταξύ εκείνων με τη μεγαλύτερη απόκλιση από τα ιστορικά επίπεδα επενδυτικής τοποθέτησης.
Η σημερινή εικόνα απέχει αισθητά από εκείνη που επικρατούσε πριν από μόλις τρία χρόνια. Τότε, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η ζήτηση που είχε συσσωρευτεί μετά την πανδημία είχαν οδηγήσει τον ευρωπαϊκό κλάδο λιανικής σε άνοδο 34%, καθιστώντας τον έναν από τους πρωταγωνιστές της αγοράς.
Φέτος, όμως, και άλλοι κλάδοι που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις καταναλωτικές δαπάνες, όπως οι αυτοκινητοβιομηχανίες, τα είδη πολυτελείας και τα προϊόντα προσωπικής φροντίδας, εμφανίζουν χαμηλότερες επιδόσεις.
Περιορισμένος ο άμεσος αντίκτυπος στον Stoxx 600
Παρά την αδυναμία του καταναλωτικού κλάδου, η επίδρασή του στη συνολική πορεία του Stoxx 600 παραμένει προς το παρόν περιορισμένη. Οι δείκτες βασικών και μη βασικών καταναλωτικών αγαθών αντιστοιχούν συνολικά σε λιγότερο από το 14% του δείκτη.
Αντίθετα, χρηματοοικονομικές εταιρείες, βιομηχανίες και επιχειρήσεις του κλάδου υγείας αντιπροσωπεύουν συνολικά περίπου το 57% του δείκτη, σύμφωνα με στοιχεία που συγκέντρωσε το Bloomberg.
Το μεγαλύτερο ζήτημα για τις αγορές είναι, επομένως, εάν η αδυναμία της κατανάλωσης θα παραμείνει περιορισμένη στον συγκεκριμένο κλάδο ή εάν θα αρχίσει να επηρεάζει ευρύτερα την οικονομική δραστηριότητα.
Ενδείξεις προς αυτή την κατεύθυνση έχουν ήδη εμφανιστεί. Η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην Ευρωζώνη υποχώρησε τον Σεπτέμβριο, καταγράφοντας την πρώτη μηνιαία πτώση της έπειτα από πέντε μήνες.
Υπό αμφισβήτηση και οι εκτιμήσεις για τα κέρδη
Μέχρι πρόσφατα, οι προβλέψεις για την πορεία των εταιρικών κερδών παρέμεναν σχετικά αισιόδοξες. Σύμφωνα με στοιχεία του Bloomberg Intelligence, οι αναλυτές εκτιμούσαν ότι τα κέρδη των εταιρειών μη βασικών καταναλωτικών αγαθών θα αυξηθούν κατά 13% φέτος, έπειτα από πτώση 20% το 2025.
Ωστόσο, οι τελευταίες εξελίξεις φαίνεται να δοκιμάζουν αυτή την εκτίμηση. Ανάλυση στρατηγικών αναλυτών της UBS Group καταγράφει μετατόπιση στις προβλέψεις, με περισσότερους αναλυτές να αναθεωρούν προς τα κάτω παρά προς τα πάνω τις εκτιμήσεις τους για τα κέρδη του κλάδου.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την καταναλωτική ζήτηση. Οι χειμερινοί μήνες θα δείξουν σε ποιο βαθμό το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα περιορίσει τις δαπάνες των νοικοκυριών.
Όπως σημειώνει η Κέιτ Κάλβερτ, αναλύτρια λιανικής στην Investec Bank, οι καταναλωτές δεν έχουν ακόμη αντιμετωπίσει πλήρως την επίδραση των υψηλότερων λογαριασμών καυσίμων. Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί σημαντικό παράγοντα που μπορεί να περιορίσει τις καταναλωτικές δαπάνες τους επόμενους μήνες.