Έντονες πιέσεις στη λειτουργία των βιοτεχνικών επιχειρήσεων της Θεσσαλονίκης προκαλεί η διαρκής αύξηση του λειτουργικού κόστους, με 4 στους 10 βιοτέχνες να κάνουν λόγο για οικονομική ασφυξία. Την ίδια στιγμή, η ρευστότητα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα για την αγορά, καθώς 9 στους 10 τη χαρακτηρίζουν ανεπαρκή ή οριακή για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών των επιχειρήσεών τους. Μάλιστα, για 7 στους 10 τα διαθέσιμα επαρκούν για διάστημα έως τριών μηνών.
Παρά τις αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης, σημαντικό ποσοστό των επιχειρήσεων αποφεύγει να απευθυνθεί στις τράπεζες. Συγκεκριμένα, 4 στους 10 βιοτέχνες δεν υπέβαλαν αίτηση για τραπεζικό δανεισμό, είτε επειδή φοβούνται ότι θα απορριφθεί είτε λόγω του υψηλού κόστους χρηματοδότησης.
Τα ευρήματα προκύπτουν από το δίμηνο Οικονομικό Βαρόμετρο του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης (ΒΕΘ) για την περίοδο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου. Την έρευνα εκπόνησε η εταιρεία δημοσκοπήσεων Interview, σε δείγμα 405 επιχειρήσεων-μελών του Επιμελητηρίου.
Ρευστότητα σε οριακά επίπεδα
Η εικόνα που καταγράφεται ως προς τη δυνατότητα κάλυψης των καθημερινών λειτουργικών αναγκών είναι ενδεικτική των πιέσεων που αντιμετωπίζουν οι βιοτεχνίες. Στην ερώτηση για την επάρκεια της ρευστότητας, προκειμένου να καλυφθούν δαπάνες όπως η αγορά πρώτων υλών και η πληρωμή ενοικίων, το 29% των συμμετεχόντων απάντησε ότι είναι ανεπαρκής και το 60% ότι βρίσκεται σε οριακό επίπεδο. Μόλις το 11% χαρακτήρισε την οικονομική του κατάσταση εξαιρετική.
Ακόμη πιο περιορισμένος εμφανίζεται ο χρονικός ορίζοντας για τον οποίο επαρκούν τα διαθέσιμα των επιχειρήσεων. Το 73% των ερωτηθέντων εκτιμά ότι η ρευστότητά του μπορεί να καλύψει τις ανάγκες για διάστημα από έναν έως τρεις μήνες. Για τέσσερις έως έξι μήνες επαρκούν τα διαθέσιμα του 14% των επιχειρήσεων, ενώ μόλις το 13% δηλώνει ότι μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του για περισσότερο από έξι μήνες.
Το λειτουργικό κόστος βασική αιτία της οικονομικής πίεσης
Ως κυριότερη αιτία της οικονομικής ασφυξίας αναδεικνύεται η συνεχής άνοδος του λειτουργικού κόστους, στην οποία αποδίδει τις πιέσεις το 44% των βιοτεχνών. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι αυξημένες δαπάνες για ενέργεια, πρώτες ύλες και μεταφορές.
Δεύτερη σημαντικότερη αιτία, με ποσοστό 24%, είναι οι συσσωρευμένες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Ακολουθεί η μείωση του όγκου των πωλήσεων, την οποία αναφέρει το 20% των συμμετεχόντων, ενώ το 10% αποδίδει τις δυσκολίες στις καθυστερήσεις πληρωμών από πελάτες. Το υψηλό κόστος εξυπηρέτησης των υφιστάμενων δανείων αναφέρεται από το 2%.
Η στενότητα ρευστότητας έχει άμεσο αντίκτυπο και στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων. Το μεγαλύτερο ποσοστό των ερωτηθέντων, 42%, δηλώνει ότι καθυστερεί τις πληρωμές προς τους προμηθευτές πρώτων υλών. Το 24% αναφέρει καθυστερήσεις στην εξόφληση φορολογικών υποχρεώσεων και ασφαλιστικών εισφορών, ενώ το 9% δυσκολεύεται να ανταποκριθεί εγκαίρως στη μισθοδοσία του προσωπικού.
Επιπλέον, το 6% καθυστερεί την καταβολή των δόσεων τραπεζικών δανείων. Αντίθετα, το 19% δηλώνει ότι δεν έχει καθυστερήσει καμία από τις υποχρεώσεις του λόγω έλλειψης ρευστότητας.
Διστακτικότητα απέναντι στην τραπεζική χρηματοδότηση
Η στάση των βιοτεχνικών επιχειρήσεων απέναντι στον τραπεζικό δανεισμό αποτυπώνει τόσο τις δυσκολίες πρόσβασης στη χρηματοδότηση όσο και την επιφυλακτικότητα που προκαλεί το κόστος της.
Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά αιτήσεις για κεφάλαιο κίνησης κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο, μόλις το 5% των επιχειρήσεων αναφέρει ότι έλαβε πλήρη έγκριση του αιτούμενου ποσού, ενώ ένα επιπλέον 6% εξασφάλισε χρηματοδότηση μικρότερη από αυτή που είχε ζητήσει. Για το 11% των συμμετεχόντων, η αίτηση απορρίφθηκε.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 37% δεν προχώρησε καν σε αίτηση χρηματοδότησης, επικαλούμενο τον φόβο απόρριψης ή τα υψηλά επιτόκια. Από την άλλη πλευρά, το 41% δήλωσε ότι δεν είχε ανάγκη τραπεζικής χρηματοδότησης κατά το συγκεκριμένο διάστημα.
Συγκρατημένες προσδοκίες για το επόμενο εξάμηνο
Σε ό,τι αφορά τη συνολική κατάσταση των επιχειρήσεών τους, το 45% των βιοτεχνών την αξιολογεί ως ικανοποιητική, το 16% ως καλή, ενώ το 39% τη χαρακτηρίζει κακή.
Οι προσδοκίες για το επόμενο εξάμηνο παραμένουν συγκρατημένες. Περισσότερες από τις μισές επιχειρήσεις, ποσοστό 56%, εκτιμούν ότι η κατάστασή τους θα παραμείνει αμετάβλητη. Το 35% προβλέπει επιδείνωση, ενώ μόλις το 9% αναμένει βελτίωση.
Αντίστοιχα, ως προς τον προγραμματισμό για το ανθρώπινο δυναμικό, η συντριπτική πλειονότητα, ποσοστό 88%, προτίθεται να διατηρήσει τον αριθμό των εργαζομένων της κατά το επόμενο δίμηνο. Το 5% σχεδιάζει να προχωρήσει σε προσλήψεις, ενώ το 7% εξετάζει τη μείωση του προσωπικού μέσω απολύσεων.
Στασιμότητα στον τζίρο και υποχώρηση του οικονομικού δείκτη
Η πορεία του κύκλου εργασιών αποτυπώνει επίσης το συγκρατημένο κλίμα στην αγορά. Για το 45% των επιχειρήσεων ο τζίρος παρέμεινε αμετάβλητος, ενώ το 38% κατέγραψε μείωση. Αύξηση πωλήσεων δήλωσε μόλις το 17% των ερωτηθέντων.
Τέλος, ο δείκτης οικονομικής συγκυρίας του ΒΕΘ διατηρήθηκε σε θετικό έδαφος κατά το δίμηνο Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου, διαμορφούμενος στις 4,8 μονάδες. Ωστόσο, σημείωσε υποχώρηση σε σχέση με το προηγούμενο δίμηνο Ιουλίου - Αυγούστου, όταν είχε ανέλθει στις 5,1 μονάδες.