Bright Defence: Από το consulting στα drones και τα ραντάρ
Μια νέα εταιρική κίνηση με ενδιαφέρον στον χώρο της αμυντικής τεχνολογίας καταγράφεται στο ΓΕΜΗ. Η Bright Holdings Συμμετοχών, του Γιώργου Πουλόπουλου, προχώρησε στη σύσταση της Bright Defence Μονοπρόσωπη Α.Ε., ανοίγοντας ένα νέο πεδίο δραστηριότητας για τον όμιλο.
Η εταιρεία συστάθηκε στις 4 Νοεμβρίου, με έδρα στο Χαλάνδρι, αρχικό κεφάλαιο 25.000 ευρώ και μοναδικό μέτοχο την Bright Holdings. Διευθύνων σύμβουλος αναλαμβάνει ο Γιώργος Πουλόπουλος, πρόεδρος ο Αριστείδης Καρτσόλης, ενώ στο πρώτο Δ.Σ. συμμετέχει και ο Κωνσταντίνος Ντούνας.
Το πραγματικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο εύρος των δραστηριοτήτων. Η Bright Defence δηλώνει ως κύριο αντικείμενο την κατασκευή ηλεκτρονικών ολοκληρωμένων κυκλωμάτων, αλλά δεν σταματά εκεί.
Στο καταστατικό περιλαμβάνονται η κατασκευή στρατιωτικών αεροσκαφών, drones, εξαρτημάτων αεροδιαστημικών συστημάτων, μερών ραντάρ και εξοπλισμού πλοήγησης. Προβλέπονται επίσης δραστηριότητες ανάπτυξης λογισμικού, επεξεργασίας δεδομένων, τεχνικής υποστήριξης, υπεργολαβιών στην αεροδιαστημική βιομηχανία και εμπορίας αμυντικού εξοπλισμού.
Για έναν όμιλο με αφετηρία τις συμβουλευτικές και τεχνολογικές υπηρεσίες, η επιλογή δεν είναι αμελητέα. Ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία προσελκύει αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον και ανοίγουν νέες δυνατότητες χρηματοδότησης και συνεργασιών.
Φυσικά, άλλο οι καταστατικές προβλέψεις και άλλο η πραγματική παραγωγική δραστηριότητα. Η σύσταση δεν σημαίνει ότι η Bright κατασκευάζει ήδη drones ή αεροσκάφη.
Δείχνει, όμως, ότι θέλει να αποκτήσει θέση σε έναν κλάδο που συνδυάζει τεχνολογία, βιομηχανία και άμυνα. Το επόμενο ενδιαφέρον στοιχείο θα είναι οι συνεργασίες και τα έργα που θα επιλέξει να διεκδικήσει.
Superbet: Τα δύο ρυθμιστικά μέτωπα και το στοίχημα της επόμενης ημέρας
Δεν είναι εύκολη περίοδος για τη Superbet εκτός Ελλάδας. Ο όμιλος βρίσκεται αντιμέτωπος με δύο διαφορετικές ανατροπές, στη Ρουμανία και στη Βραζιλία, οι οποίες επηρεάζουν σημαντικά τον διεθνή σχεδιασμό του.
Στη Ρουμανία, όπου χτίστηκε η επιχειρηματική του βάση, οι τοπικές αρχές έχουν πλέον αποφασιστικό λόγο στη λειτουργία των φυσικών καταστημάτων τυχερών παιγνίων. Με το νέο θεσμικό πλαίσιο, οι δήμοι μπορούν να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη συγκεκριμένη δραστηριότητα, να ορίζουν τις περιοχές λειτουργίας και να επιβάλλουν πρόσθετα τέλη.
Για μια εταιρεία με περισσότερα από 1.000 φυσικά σημεία και περίπου 3.200 εργαζομένους στη χώρα, η εξέλιξη έχει πρακτικές συνέπειες. Κάθε τοπική απόφαση μπορεί να επηρεάζει το υφιστάμενο δίκτυο, τα λειτουργικά έξοδα και τον σχεδιασμό νέων καταστημάτων.
Η Superbet έχει ήδη προχωρήσει σε προσαρμογές, διατηρώντας ορισμένα σημεία ως χώρους υποστήριξης της διαδικτυακής δραστηριότητας, χωρίς την παραδοσιακή δυνατότητα τοποθέτησης στοιχημάτων.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση στη Βραζιλία. Η κυβέρνηση Λούλα απαγόρευσε τον Σεπτέμβριο τα στοιχήματα σταθερών αποδόσεων και τα διαδικτυακά παιχνίδια καζίνο, με τις σχετικές πλατφόρμες να τίθενται εκτός λειτουργίας από τις 6 Οκτωβρίου.
Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο επιχειρηματικό πρόβλημα. Η Superbet είχε ήδη επενδύσει περίπου 250 εκατ. ευρώ στη βραζιλιάνικη αγορά, σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει στις αρχές του 2026 ο ιδρυτής της, Sacha Dragic. Πρόκειται για κεφάλαια που είχαν τοποθετηθεί σε μια χώρα η οποία προοριζόταν να αποτελέσει βασικό μοχλό της διεθνούς ανάπτυξης.
Ο επικεφαλής της Superbet Greece, Γιάννης Καλαμβόκης, εμφανίζεται πάντως να θεωρεί ότι στη Ρουμανία η μετατόπιση των παικτών προς τις διαδικτυακές πλατφόρμες μπορεί να καλύψει μέρος των απωλειών από το φυσικό δίκτυο. Για τη Βραζιλία εκφράζει την προσδοκία ότι θα δημιουργηθούν συνθήκες επιστροφής, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σήμερα σαφές χρονοδιάγραμμα.
Το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά τις ανατροπές αυτές, η Superbet δεν φαίνεται να αλλάζει τον αναπτυξιακό της σχεδιασμό στην Ελλάδα. Η ελληνική διοίκηση μιλά για επενδυτικό πρόγραμμα περίπου 500 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα εξαετίας, που περιλαμβάνει τεχνολογία, ανθρώπινο δυναμικό και χορηγίες.
Η περίπτωση της Superbet δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να ανατραπεί μια επενδυτική στρατηγική όταν αλλάζει το κανονιστικό περιβάλλον. Και πως για τους μεγάλους διεθνείς ομίλους το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο σε ποια αγορά θα μπουν, αλλά και πόσο προβλέψιμοι θα παραμείνουν οι κανόνες της.
Σούπερ μάρκετ: Οι χάκερ βρήκαν δρόμο μέχρι τα ψυγεία
Μέχρι πρόσφατα, όταν η συζήτηση έφτανε στην κυβερνοασφάλεια των σούπερ μάρκετ, το μυαλό πήγαινε κυρίως σε συστήματα πληρωμών, προσωπικά δεδομένα και ηλεκτρονικές παραγγελίες. Τώρα προστέθηκε ένας ακόμη, πολύ πιο απρόσμενος στόχος: τα ψυγεία. Η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας έχει προειδοποιήσει τις επιχειρήσεις του κλάδου για κινδύνους στα συστήματα ελέγχου της εμπορικής ψύξης. Στην Ελλάδα έχουν εντοπιστεί περισσότερα από 300 συστήματα με απευθείας έκθεση στο δημόσιο διαδίκτυο, κυρίως ελεγκτές των Danfoss, Copeland/Dixell και Carel. Mε άλλα λόγια, εντοπίστηκε ένας μεγάλος αριθμός εγκαταστάσεων που θα μπορούσαν να αποτελέσουν στόχο.
Και ο κίνδυνος δεν είναι θεωρητικός. Σε ευρωπαϊκές χώρες έχουν καταγραφεί περιστατικά κατά τα οποία εισβολείς απέκτησαν πρόσβαση στους ελεγκτές ψύξης και άλλαξαν τις ρυθμίσεις θερμοκρασίας, προκαλώντας προβλήματα στη συντήρηση τροφίμων και οικονομικές ζημιές.
Η ελληνική Αρχή έχει ζητήσει από τις αλυσίδες και τους τεχνικούς συνεργάτες τους να αποσυνδέσουν τους ελεγκτές από το δημόσιο διαδίκτυο, να περιορίσουν την απομακρυσμένη πρόσβαση μέσω ασφαλών συνδέσεων και να αντικαταστήσουν παρωχημένο εξοπλισμό όπου χρειάζεται.
Η υπόθεση έχει ξεχωριστό επιχειρηματικό ενδιαφέρον. Διότι ένα πρόβλημα κυβερνοασφάλειας μπορεί πλέον να προκαλέσει όχι μόνο διακοπή ψηφιακών υπηρεσιών, αλλά και πραγματική απώλεια εμπορευμάτων, προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα και ζημιά στην καθημερινή λειτουργία ενός καταστήματος.
Κάπως έτσι, η ψηφιακή προστασία περνά από τα γραφεία πληροφορικής μέχρι τους ψυκτικούς θαλάμους. Και το κόστος μιας επίθεσης μπορεί να μετρηθεί ακόμη και σε τόνους χαλασμένων τροφίμων.