Η ενεργειακή μετάβαση έχει λάβει νέα ώθηση, η οποία, όμως, δεν βασίζεται στην απανθρακοποίηση αλλά στην ασφάλεια εφοδιασμού, όπως υπογράμμισε ο πρόεδρος της METLEN, Ευάγγελος Μυτιληναίος, μιλώντας στο Energy Transition Summit, το οποίο πραγματοποιείται υπό την αιγίδα των Financial Times και της «Καθημερινής».
Ο κ. Μυτιληναίος υπογράμμισε την ανάγκη ανάπτυξης της αποθήκευσης ενέργειας, εξέφρασε τη διαφωνία του με την απόφαση της ΕΕ να απαγορεύσει την εισαγωγή ρωσικού φυσικού αερίου και προειδοποίησε για κίνδυνο αύξησης των τιμών του φυσικού αερίου τον επόμενο χειμώνα. Αναφερόμενος στην αγορά πρώτων υλών, υπογράμμισε ότι οι τιμές του αλουμινίου καταγράφουν σημαντική άνοδο, καθώς μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής συγκεντρώνεται στον Κόλπο.
Την ίδια στιγμή, το φυσικό αέριο –που χαρακτήρισε ως την πιο κρίσιμη πρώτη ύλη για τη βιομηχανία του– έχει αυξηθεί κατά 40–50%, επιβαρύνοντας αισθητά το κόστος παραγωγής, αν και, όπως σημείωσε, η εταιρεία έχει ήδη προχωρήσει σε αντισταθμίσεις κινδύνου για τα έτη 2026 και 2027.
Οπως σημείωσε «μέχρι στιγμής έχουν αυξηθεί κατά 40 – 50%, όμως η ιστορία δεν έχει τελειώσει. Οι υπόγειες αποθήκες στην Ευρώπη είναι γεμάτες κατά 30% ενώ πέρυσι ήταν στο 50%. Αν οι καιρικές συνθήκες και η κατάσταση στην Απω Ανατολή αλλάξουν την ισορροπία και περισσότερα φορτία αρχίσουν να εκτρέπονται προς την περιοχή αυτή, τότε η Ευρώπη θα αναγκαστεί να πληρώσει πολύ υψηλότερες τιμές. Οι αγορές στοιχηματίζουν ότι η κρίση στον Κόλπο θα τελειώσει γρήγορα, γι’ αυτό δεν έχουμε δει τις αυξήσεις στο φυσικό αέριο που είδαμε το 2022. Ομως το να διαρκέσει έξι μήνες είναι ένα πιθανό σενάριο».
Ο κ. Μυτιληναίος στάθηκε και στο γεγονός ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να αντικαταστήσει μια εξάρτηση με μια άλλη, από τη ρωσική τροφοδοσία μέσω αγωγών προς το υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG), κυρίως αμερικανικής προέλευσης, το οποίο καλύπτει πλέον περίπου το 80% των εισαγωγών της εταιρείας μέσω Ρεβυθούσας. Προειδοποίησε επίσης ότι η χρήση της ενέργειας ως γεωπολιτικού εργαλείου από τις ΗΠΑ θα είχε πολύ ευρύτερες επιπτώσεις στις διατλαντικές σχέσεις.
Για την απαγόρευση του ρωσικού φυσικού αερίου στην Ευρώπη επεσήμανε πως «δεν συμφωνώ απόλυτα με τις Βρυξέλλες όσον αφορά αυτές τις αποφάσεις. Αποφασίσαμε να απαλλαγούμε εντελώς από το ρωσικό φυσικό αέριο. Σήμερα δεν έχουμε φυσικό αέριο ούτε από το Κατάρ και έχουμε χαμηλά αποθέματα. Ποιος κερδίζει από όλα αυτά; Τι κερδίζει η Ευρώπη, στην πραγματικότητα; Η Ρωσία έχει σκιώδη στόλο που μεταφέρει πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε όλο τον κόσμο σε όσους είναι πρόθυμοι να αγοράσουν με εκπτώσεις. Αν ο πόλεμος στον Κόλπο διαρκέσει, όπως είπα, ίσως έξι μήνες, τότε δεν ξέρω αν έχουμε κάποια άλλη πιθανή πηγή φυσικού αερίου εκτός από τη Ρωσία. Οι μονάδες υγροποίησης στην Αμερική, την Αυστραλία δουλεύουν ήδη στο μάξιμουμ. Αν φτάσουμε σε έξι μήνες από τώρα με χαμηλά αποθέματα, τι θα κάνουμε; Και πώς θα επιστρέψουμε στη Ρωσία και θα ζητήσουμε φυσικό αέριο; Δεν ξέρω».
Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε με έμφαση το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, επισημαίνοντας ότι για μια βιομηχανία που ανταγωνίζεται διεθνώς με τιμές ηλεκτρικής ενέργειας γύρω στα 30 ευρώ/MWh, η επιβίωση γίνεται εξαιρετικά δύσκολη με το σημερινό κόστος.
Οπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η ευρωπαϊκή βιομηχανία εδώ και χρόνια προσπαθεί να εξηγήσει το πρόβλημα στις Βρυξέλλες, χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα. Παράλληλα, άσκησε κριτική στη διαμορφωμένη στρατηγική της ΕΕ απέναντι στη βαριά βιομηχανία, σημειώνοντας ότι για χρόνια επικράτησε η αντίληψη πως η Ευρώπη δεν χρειάζεται πλέον ενεργοβόρες βιομηχανίες. Για την Ευρώπη, προειδοποίησε ότι η χαμηλή πληρότητα αποθηκών φυσικού αερίου σε σχέση με προηγούμενα χρόνια δημιουργεί πρόσθετη πίεση, ενώ μια μετατόπιση της ζήτησης προς την Ασία θα μπορούσε να εκτοξεύσει τις τιμές. Οπως τόνισε, οι αγορές θεωρούν ότι η ένταση στον Κόλπο θα είναι βραχύβια.
Σε σχέση με τη μετάβαση προς καθαρές μορφές ενέργειας, υπογράμμισε ότι δεν εξελίσσεται γραμμικά αλλά σε «κύματα», με τις σημερινές προτεραιότητες να μετατοπίζονται από την απανθρακοποίηση και το κλίμα προς την ενεργειακή ασφάλεια. Όπως σημείωσε, χώρες με περιορισμένη πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια επιταχύνουν τις επενδύσεις σε ΑΠΕ και υποδομές με στόχο την αυτονομία, ενώ και η Ευρώπη επαναπροσδιορίζει τη στρατηγική της υπό το βάρος της γεωπολιτικής αστάθειας. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην αποθήκευση ενέργειας, τονίζοντας ότι η νέα ώθηση στις ΑΠΕ θα προκύψει λιγότερο από το κλίμα και περισσότερο από την ανάγκη ενεργειακής ασφάλειας.
Ωστόσο, όπως επισήμανε, το βασικό ζητούμενο παραμένει η αποθήκευση και ειδικά η κάλυψη της νυχτερινής ζήτησης, καθώς χωρίς οικονομικά προσιτές μπαταρίες διάρκειας 6–10 ωρών η πλήρης απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν είναι εφικτή. «Το πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε ως ενεργειακή κοινότητα συνολικά είναι τι κάνουμε κατά τη διάρκεια της νύχτας», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τέλος, αναφέρθηκε στο νέο μεγάλο έργο αποθήκευσης ενέργειας της METLEN ισχύος 330 MW, το οποίο κατασκευάζεται και θα παραδοθεί το επόμενο διάστημα, επισημαίνοντας ότι ακόμη και μια από τις μεγαλύτερες μπαταρίες στην Ευρώπη σήμερα προσφέρει μόλις περίπου δύο ώρες κάλυψης των εγχώριων αναγκών. Για τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, τέλος, ανέφερε ότι η σύνδεσή τους με το φυσικό αέριο δημιουργεί σοβαρό πρόβλημα ανταγωνιστικότητας για τη βιομηχανία, καθώς οι μέσες τιμές παραμένουν σε πολύ υψηλά επίπεδα.