Η Ελλάδα κατέγραψε την ισχυρότερη άνοδο στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του Οργανισμού Οικονομικής Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που είδε το φως της δημοσιότητας την Τετάρτη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, η Ελλάδα αναδείχθηκε πρωταθλήτρια στην αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών για το τέταρτο τρίμηνο του 2025, σημειώνοντας την υψηλότερη ποσοστιαία βελτίωση ανάμεσα σε όλα τα κράτη-μέλη του Οργανισμού.
Κινητήριες δυνάμεις της αύξησης του πραγματικού εισοδήματος ήταν οι αυξήσεις αφενός στο καθαρό εισόδημα από ακίνητη περιουσία και αφετέρου στις αποδοχές των εργαζομένων, με τον Οργανισμό να σημειώνει πως το ποσοστό ανεργίας περιορίστηκε στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2009.
Όπως σημειώνουν πηγές, η βελτίωση του διαθέσιμου εισοδήματος καταγράφηκε πριν τεθούν σε ισχύ οι μειώσεις στις φορολογικές κρατήσεις κατά τουλάχιστον δύο (2) ποσοστιαίες μονάδες ανά κλιμάκιο για τα χαμηλά και τα μεσαία στρώματα, που ανακοινώθηκαν στην περσινή ΔΕΘ και ενεργοποιήθηκαν στις αρχές του έτους, ενώ ακόμα μεγαλύτερες ελαφρύνσεις προβλέπονται για οικογένειες με παιδιά και νέους εργαζόμενους.
Η επίδοση της Ελλάδας καθίσταται ακόμη πιο σημαντική εάν ληφθεί υπ’ όψιν ότι στο σύνολο των χωρών μελών του ΟΟΣΑ η αύξηση κινήθηκε μόλις στο 0,7%, όπως συμπληρώνουν.
Μεταξύ των 20 χωρών για τις οποίες υπάρχουν διαθέσιμα στοιχεία, 14 κατέγραψαν αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών, 4 κατέγραψαν συρρίκνωση και 2 παρέμειναν στα ίδια επίπεδα.
Στην Ελλάδα, η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών διαμορφώθηκε σε ετήσιο επίπεδο στο 3,3% έναντι -1,3% για το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Τη δεύτερη μεγαλύτερη τριμηνιαία μεταβολή μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ κατέγραψε η Πολωνία, από το -0,8% στο τρίτο τρίμηνο του 2025 στο +2,5% για το τέταρτο τρίμηνο του 2025
Για το σύνολο του 2025, η Πολωνία κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά, στο 4,1%, ακολουθούμενη από τη Χιλή, στο 2,3%. Οι αυξήσεις στις αμοιβές των εργαζομένων για την Πολωνία αντιστάθμισαν τη μείωση των κοινωνικών παροχών, με αποτέλεσμα την επιτάχυνση της αύξησης του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών, ενώ η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ παρέμεινε σταθερή στο 1,2%.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μερικές από τις σημαντικότερες οικονομίες του πλανήτη κινήθηκαν στα αποκαλούμενα «ρηχά νερά».
Στο σύνολο των χωρών του Οργανισμού, η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών επιβραδύνθηκε στο 0,8%, από 2,1% το 2024, ενώ η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ του ΟΟΣΑ παρέμεινε σταθερή στο 1,2%.
Η Αυστρία κατέγραψε τη μεγαλύτερη συρρίκνωση, πέφτοντας στο -1,8% μετά από αύξηση 3,6% το 2024.
Μεταξύ των οικονομιών της G7, η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών παρέμεινε σταθερή στο 0,1% το 4ο τρίμηνο του 2025, αντανακλώντας διαφορετικά αποτελέσματα μεταξύ των χωρών.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών αυξήθηκε κατά 1,1% μετά από μείωση 1,2% το τρίτο τρίμηνο. Αυτή η ανάκαμψη αντανακλούσε κυρίως αυξήσεις στις αμοιβές των εργαζομένων και στις κοινωνικές παροχές,καθώς και χαμηλότερους φόρους επί του εισοδήματος και της περιουσίας.
Εν τω μεταξύ, το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ στο Ηνωμένο Βασίλειο συρρικνώθηκε για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο, κατά 0,1%.
Αντίθετα, η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών επιβραδύνθηκε ελαφρώς στον Καναδά (από 0,2% το τρίτο τρίμηνο σε 0,1% το τέταρτο τρίμηνο) και στις Ηνωμένες Πολιτείες (από 0,1% σε 0,0%), και πιο έντονα στη Γερμανία (από 0,6% σε 0,0%).
Η Ιταλία σημείωσε μεγάλη συρρίκνωση του πραγματικού κατά κεφαλήν εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο μειώθηκε στο -0,9% το 4ο τρίμηνο του 2025, μετά από αύξηση 0,4% το 3ο τρίμηνο.
Αυτό οφειλόταν κυρίως στην επιτάχυνση του πληθωρισμού και στη μείωση των εισοδημάτων από ακίνητη περιουσία.
Η αύξηση του πραγματικού κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Ιταλία παρέμεινε σχετικά σταθερή στο 0,3%. Στη Γαλλία, το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να συρρικνώνεται, αν και με βραδύτερο ρυθμό σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, από -0,4% το τρίτο τρίμηνο σε -0,2% το τέταρτο τρίμηνο.