Σε μια διαφορετική προσέγγιση για τον δημόσιο διάλογο γύρω από την ακρίβεια και την αγοραστική δύναμη, ο πρόεδρος του ΣΕΒ, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, τόνισε πως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στις τιμές των προϊόντων, αλλά στη χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Μιλώντας στο πλαίσιο παρουσίασης της έρευνας «Ο Σφυγμός του Επιχειρείν», εξήγησε ότι η πραγματική αιτία της χαμηλής αγοραστικής δύναμης των Ελλήνων είναι η περιορισμένη παραγωγικότητα και όχι οι υψηλές τιμές. Παρέπεμψε μάλιστα σε μελέτες του ΙΕΛΚΑ και του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που υποστηρίζουν πως οι τιμές στην Ελλάδα δεν είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
«Η παραγωγικότητα στην Ελλάδα φτάνει μόλις τα 38 ευρώ ανά ώρα εργασίας, όταν στη Γερμανία είναι 80 και στη Δανία 151 ευρώ. Με αυτά τα δεδομένα δεν μπορούμε να μιλάμε για ουσιαστικές αυξήσεις στους μισθούς», ανέφερε χαρακτηριστικά, αναγνωρίζοντας παράλληλα ότι οι αμοιβές είναι χαμηλές.
Ο κ. Θεοδωρόπουλος απέρριψε την πολιτική ρητορική περί «καρτέλ» και «υπερκερδών», θεωρώντας ότι τέτοιες κατηγορίες συσκοτίζουν τον πραγματικό στόχο: τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να μοιράζουμε μια πίτα που δεν φτάνει για όλους. Χρειάζεται να τη μεγαλώσουμε», σημείωσε.
Τόνισε επίσης την ανάγκη για μεγαλύτερη ευελιξία στις εργασιακές σχέσεις, με τους εργαζομένους να δείχνουν προσαρμοστικότητα και τις επιχειρήσεις να ανταποκρίνονται με καλύτερες αποδοχές.
Αναφερόμενος στον Αναπτυξιακό Νόμο, πρότεινε την αντικατάσταση των κριτηρίων δημιουργίας θέσεων εργασίας με δείκτες παραγωγικότητας, ειδικά στις σύγχρονες επενδύσεις που βασίζονται σε τεχνολογία και αυτοματοποίηση.
Ο πρόεδρος του ΣΕΒ εξέφρασε επίσης ανησυχία για την επιστροφή της γραφειοκρατίας στη διαχείριση επενδύσεων, επισημαίνοντας καθυστερήσεις που φτάνουν και τους 22 μήνες, οι οποίες πλήττουν τη δυναμική του επιχειρείν.
Τέλος, επισήμανε ότι η διατηρήσιμη ανάπτυξη προϋποθέτει ταυτόχρονη πρόοδο σε τρία μέτωπα: δημοσιονομικό, παραγωγικό και εξωτερικό ισοζύγιο. «Χρειαζόμαστε εξαγωγές για να βελτιωθεί το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών», είπε, προτείνοντας μια κοινή προσπάθεια από κράτος, επιχειρήσεις και εργαζομένους για ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο.