Η Repsol ανακοίνωσε ότι τα καθαρά κέρδη της ανήλθαν σε 2,201 δισ. ευρώ το πρώτο εξάμηνο του έτους, σημειώνοντας αύξηση 265% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Η επίδοση αυτή αποδίδεται κυρίως στη θετική λογιστική επίδραση που είχε η άνοδος των τιμών του αργού πετρελαίου και των παραγώγων του στην αποτίμηση των αποθεμάτων της εταιρείας.
Όπως γνωστοποίησε την Πέμπτη στην Εθνική Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Ισπανίας (CNMV), τα προσαρμοσμένα καθαρά κέρδη, τα οποία αποτυπώνουν την πραγματική λειτουργική επίδοση των δραστηριοτήτων της, διαμορφώθηκαν στα 2,711 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 134,7% σε ετήσια βάση, σε ένα περιβάλλον έντονης μεταβλητότητας και αυξημένων εντάσεων στις αγορές ενέργειας λόγω της σύγκρουσης στο Ιράν.
Θετική επίδραση από την αποτίμηση των αποθεμάτων
Στην έκθεση αποτελεσμάτων της, η πολυεθνική αποδίδει τη σημαντική αύξηση των καθαρών κερδών σε θετική λογιστική επίδραση ύψους 823 εκατ. ευρώ από την αποτίμηση των αποθεμάτων της. Αντίθετα, το πρώτο εξάμηνο του 2025 είχε καταγράψει αρνητική επίδραση 400 εκατ. ευρώ, εξαιτίας της πτώσης των τιμών του αργού πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων.
Σύμφωνα με την ενημέρωση προς την αγορά, η Repsol, η οποία δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία στη Μέση Ανατολή, έχει ήδη διαθέσει 2,4 δισ. ευρώ κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους για την ενίσχυση των αποθεμάτων της, με στόχο τη διασφάλιση της απρόσκοπτης ενεργειακής τροφοδοσίας.
Νέο πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών
Παράλληλα, το διοικητικό συμβούλιο της Repsol ενέκρινε νέο πρόγραμμα επαναγοράς ιδίων μετοχών, με ανώτατο καθαρό ύψος επένδυσης 500 εκατ. ευρώ, όπως ανακοίνωσε η εταιρεία στην CNMV.
Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, η εισηγμένη σκοπεύει να προχωρήσει σε μείωση του μετοχικού της κεφαλαίου, η οποία προγραμματίζεται να υλοποιηθεί πριν από τον Οκτώβριο. Στόχος της κίνησης είναι η ενίσχυση της απόδοσης προς τους μετόχους μέσω της αύξησης των κερδών ανά μετοχή, όπως έχει πράξει και στο παρελθόν.
Η νέα επαναγορά διαδέχεται πρόγραμμα ύψους 350 εκατ. ευρώ, το οποίο η Repsol ολοκλήρωσε την Τρίτη, αποκτώντας συνολικά 15.768.002 ίδιες μετοχές, που αντιστοιχούσαν περίπου στο 1,43% του μετοχικού της κεφαλαίου εκείνη τη χρονική στιγμή.