Το φάντασμα της κρίσης χρέους επιστρέφει στις αγορές της Ευρωζώνης, καθώς η άνοδος του κόστους δανεισμού των κυβερνήσεων αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει μια παρατεταμένη περίοδος δημοσιονομικής πίεσης στο τραπεζικό σύστημα. Αναλυτές και επενδυτές, ωστόσο, εκτιμούν ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε σαφώς καλύτερη θέση από ό,τι πριν από περίπου 15 χρόνια, χάρη στα ισχυρότερα κεφαλαιακά αποθέματα, την αυστηρότερη εποπτεία και τη βελτιωμένη διαχείριση κινδύνων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απρόσβλητες. Οι τράπεζες εξακολουθούν να εξαρτώνται σε σημαντικό βαθμό από τη δημοσιονομική κατάσταση των χωρών στις οποίες δραστηριοποιούνται, ενώ οι υψηλότερες αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μπορούν να αυξήσουν το κόστος χρηματοδότησής τους και να επιβαρύνουν την επενδυτική εμπιστοσύνη.
«Υπάρχει ένα όριο στο πόσο μπορείς να απομονωθείς από τον εγχώριο πιστωτικό κίνδυνο», σημειώνει ο Simon Ainsworth, ανώτερος αναλυτής τραπεζών της Moody’s Ratings, υπογραμμίζοντας ότι οι τράπεζες ξεκινούν από καλύτερη αφετηρία σε σχέση με το παρελθόν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είναι άτρωτες.
Το γαλλικό μέτωπο και η υποχώρηση των τραπεζικών μετοχών
Η αναζωπύρωση των ανησυχιών για το δημόσιο χρέος έχει ήδη αποτυπωθεί στις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Οι ευρωπαϊκές τραπεζικές μετοχές έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 10% μέσα στις τελευταίες έξι εβδομάδες, πτώση πενταπλάσια σε σχέση με εκείνη της ευρύτερης ευρωπαϊκής αγοράς. Η διόρθωση έρχεται έπειτα από ένα παρατεταμένο ανοδικό ράλι, το οποίο είχε οδηγήσει τον κλάδο σε υψηλά 16 ετών.
Οι πιέσεις είναι εντονότερες στη Γαλλία, όπου οι μετοχές των τριών μεγαλύτερων τραπεζών έχουν χάσει περίπου 17% κατά την ίδια περίοδο.
Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται στο επίκεντρο της ανησυχίας, καθώς το κόστος δανεισμού της έχει φτάσει στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 25 ετών. Το μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα, οι κοινωνικές εντάσεις και η πολιτική αβεβαιότητα ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, με υποψηφίους της ακροδεξιάς και της ακροαριστεράς να προηγούνται στις δημοσκοπήσεις, επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα.
Η εμπειρία της προηγούμενης κρίσης δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να μεταφερθεί η πίεση από τα δημόσια οικονομικά στις τράπεζες. Τότε, οι ζημιές από την κατοχή κρατικών ομολόγων αποδυνάμωσαν χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, οδηγώντας σε ορισμένες περιπτώσεις σε κρατικές διασώσεις, οι οποίες επιβάρυναν περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους προϋπολογισμούς. Έτσι δημιουργήθηκε ο λεγόμενος φαύλος κύκλος μεταξύ τραπεζών και κρατών, γνωστός ως doom loop.
Περισσότερα κρατικά ομόλογα, ισχυρότερα κεφαλαιακά αποθέματα
Παρά την αυξημένη ανησυχία, τα σημερινά δεδομένα διαφοροποιούνται ουσιαστικά από εκείνα της κρίσης της δεκαετίας του 2010.
Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, βασισμένη σε στοιχεία της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (EBA), οι καθαρές τοποθετήσεις των τραπεζών της Ευρωζώνης σε κρατικά ομόλογα έχουν διπλασιαστεί από την κρίση, φτάνοντας τα 4,3 τρισ. ευρώ στα τέλη Ιουνίου.
Ωστόσο, τα κεφαλαιακά αποθέματα των τραπεζών έχουν αυξηθεί ακόμη περισσότερο. Ως αποτέλεσμα, ο λόγος των κρατικών ομολόγων προς τα κεφάλαια που διατηρούν οι τράπεζες για την κάλυψη πιθανών ζημιών έχει υποχωρήσει κάτω από το 2,5, από 2,7 το 2013. Όσο χαμηλότερος είναι ο συγκεκριμένος δείκτης, τόσο μεγαλύτερη είναι, υπό τις λοιπές συνθήκες, η δυνατότητα των τραπεζών να απορροφήσουν απώλειες από την πτώση των τιμών των κρατικών τίτλων.
Ενδεικτική είναι και η έκθεση των γαλλικών τραπεζών στο δημόσιο χρέος της χώρας τους. Σύμφωνα με υπολογισμούς του David Benamou, επικεφαλής επενδύσεων της Axiom Alternative Investments, και της Aneeka Gupta, στρατηγικής αναλύτριας μετοχών της WisdomTree, η έκθεση των μεγάλων γαλλικών τραπεζών στο εγχώριο δημόσιο χρέος αντιστοιχεί περίπου στο 15%-30% των κεφαλαίων υψηλότερης ποιότητας.
Το ποσοστό αυτό είναι αισθητά χαμηλότερο από την έκθεση άνω του 100% που εμφάνιζαν οι ιταλικές τράπεζες το 2011-2012, όταν η Ιταλία βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της κρίσης χρέους, σύμφωνα με την Gupta.
Παρά τη βελτίωση των δεικτών, ο κίνδυνος δεν έχει εξαφανιστεί. Οι τιμές των κρατικών ομολόγων κινούνται αντίστροφα από τις αποδόσεις τους. Επομένως, όταν οι αποδόσεις αυξάνονται, οι τιμές υποχωρούν, δημιουργώντας δυνητικές ζημιές για τις τράπεζες, ιδίως εάν χρειαστεί να πουλήσουν τίτλους ή να αποτιμήσουν τις θέσεις τους με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς.
Το «μαξιλάρι» της διακράτησης έως τη λήξη
Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει την άμεση επίδραση των διακυμάνσεων είναι ο τρόπος λογιστικής αποτίμησης των ομολόγων.
Η ανάλυση του Reuters στα στοιχεία της EBA δείχνει ότι στα μέσα του 2026 τα εγχώρια κρατικά ομόλογα αντιστοιχούσαν στο 41% του συνόλου των κρατικών τίτλων που κατείχαν οι τράπεζες της Ευρωζώνης, έναντι ποσοστού άνω του 50% το 2013. Παράλληλα, το ποσοστό των ομολόγων που αποτιμώνται στο αποσβεσμένο κόστος έχει τριπλασιαστεί, φτάνοντας περίπου στο 60%.
Η συγκεκριμένη λογιστική μεταχείριση επιτρέπει στις τράπεζες να μην καταγράφουν άμεσα στα αποτελέσματά τους τις απώλειες από την πτώση των αγοραίων τιμών, εφόσον οι τίτλοι ταξινομούνται ως χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία που διακρατούνται έως τη λήξη τους και πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις.
Το όφελος, ωστόσο, δεν είναι απεριόριστο. Εάν μια τράπεζα αναγκαστεί να πουλήσει τα ομόλογα πριν από τη λήξη τους, ενδέχεται να υποχρεωθεί να πραγματοποιήσει τις ζημιές. Ο Ainsworth της Moody’s εκτιμά ότι ο κίνδυνος μιας τέτοιας εξέλιξης έχει περιοριστεί, καθώς οι τράπεζες βασίζονται σήμερα λιγότερο στη βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση.
Για τη Maria Rivas, αναλύτρια της Morningstar DBRS, το κρίσιμο ερώτημα είναι πώς θα αξιολογήσουν οι επενδυτές χαρτοφυλάκια που εμφανίζουν μη πραγματοποιηθείσες ζημιές, ανεξάρτητα από τη λογιστική τους αντιμετώπιση.
«Εάν πρόκειται για μια προσωρινή κατάσταση, δεν θα πρέπει να επηρεάσει σημαντικά το επενδυτικό κλίμα. Εάν, όμως, διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, μπορεί να επιβαρύνει την αντίληψη για τον κίνδυνο», ανέφερε στο Reuters.
Σε επίπεδο ευρωπαϊκής πολιτικής, οι προτάσεις για την κατάργηση της αντιμετώπισης των κρατικών ομολόγων ως περιουσιακών στοιχείων χωρίς πιστωτικό κίνδυνο ή για την επιβολή ορίων συγκέντρωσης δεν έχουν μέχρι στιγμής προχωρήσει. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει συμπεριλάβει τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση των χαρτοφυλακίων κρατικών ομολόγων μεταξύ των μέτρων για την ενίσχυση του τραπεζικού τομέα, με τις σχετικές προτάσεις να αναμένονται στις αρχές του 2027.
Η εμπειρία της Ελλάδας και οι νέες δικλίδες ασφαλείας
Την εκτίμηση ότι οι σημερινοί κίνδυνοι δεν παραπέμπουν κατ’ ανάγκη σε επανάληψη της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας συμμερίζεται και ο Χρήστος Μεγάλου, διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς. Ο ίδιος αναμένει αυξημένη μεταβλητότητα στις αγορές κρατικών ομολόγων, εκτιμά, ωστόσο, ότι δεν είναι πιθανό αυτή να εξελιχθεί σε μια κρίση αντίστοιχης κλίμακας.
Μιλώντας στο Reuters, ο κ. Μεγάλου επισήμανε ότι η Ελλάδα εξυπηρετεί σήμερα το χρέος της με μέσο κόστος σημαντικά χαμηλότερο από εκείνο με το οποίο δανείζεται πλέον το Ηνωμένο Βασίλειο. Η εικόνα αυτή απέχει αισθητά από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας, όταν η χώρα προσπαθούσε να ανακάμψει από τη χρηματοπιστωτική κρίση και μια σειρά προγραμμάτων διάσωσης.
Αναφερόμενος στη Γαλλία, η οποία βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο των ανησυχιών, υπογράμμισε ότι πρόκειται για μια πολύ μεγάλη οικονομία, η οποία διαθέτει περισσότερα εργαλεία παρέμβασης.
«Οι εποπτικές αρχές, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, αλλά και οι ίδιες οι τράπεζες διαθέτουν πλέον μηχανισμούς δοκιμασμένους σε συνθήκες κρίσης, ώστε να διασφαλιστεί ότι, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα επαναληφθεί ένα αντίστοιχο μείζον πρόβλημα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η Τράπεζα Πειραιώς υποβάλλει διαρκώς το χαρτοφυλάκιό της σε ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress tests).
Η ενίσχυση της τραπεζικής εποπτείας και οι δυνατότητες παρέμβασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποτελούν βασικές διαφορές σε σχέση με την κρίση της δεκαετίας του 2010. Ωστόσο, οι μηχανισμοί αυτοί δεν εξαλείφουν τον κίνδυνο μετάδοσης των πιέσεων από τις αγορές κρατικού χρέους στον χρηματοπιστωτικό τομέα.
Το κόστος χρηματοδότησης παραμένει ο μεγάλος κίνδυνος
Πέρα από τις πιθανές ζημιές στα χαρτοφυλάκια ομολόγων, η άνοδος των κρατικών αποδόσεων μπορεί να επιβαρύνει τις τράπεζες μέσω ενός δεύτερου διαύλου: του κόστους άντλησης κεφαλαίων.
Οι τράπεζες συνήθως δανείζονται από τις αγορές με επιτόκιο υψηλότερο από εκείνο του κράτους στο οποίο εδρεύουν. Επομένως, όταν το κόστος δανεισμού του Δημοσίου αυξάνεται, μπορεί να συμπαρασύρει και το κόστος χρηματοδότησης των τραπεζών.
Η επίπτωση είναι ιδιαίτερα σημαντική για τις γαλλικές τράπεζες, οι οποίες αποτελούν τους μεγαλύτερους εκδότες χονδρικού χρέους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως επισημαίνει η Gupta της WisdomTree, μια παρατεταμένη άνοδος των αποδόσεων θα αυξάνει το κόστος χρηματοδότησής τους κάθε φορά που αναχρηματοδοτούν τις υποχρεώσεις τους, με την επιβάρυνση να συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου.
Την ίδια στιγμή, οι τράπεζες ανταγωνίζονται εντονότερα για την προσέλκυση καταθέσεων, ένδειξη των πιέσεων που δέχονται οι πηγές χρηματοδότησής τους. Πρώην ανώτατο στέλεχος τραπεζικής εποπτείας, που μίλησε στο Reuters υπό τον όρο της ανωνυμίας, εκτίμησε ότι η πορεία του κλάδου θα εξαρτηθεί εν μέρει και από τον τρόπο με τον οποίο οι αγορές θα αξιολογήσουν τους κινδύνους.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες διαθέτουν σήμερα ισχυρότερες άμυνες απέναντι σε μια νέα κρίση κρατικού χρέους. Ωστόσο, η διάρκεια της δημοσιονομικής αναταραχής, η πορεία των αποδόσεων και η εμπιστοσύνη των επενδυτών θα κρίνουν εάν οι πιέσεις θα παραμείνουν διαχειρίσιμες ή θα μετατραπούν σε μια πιο επίμονη δοκιμασία για το τραπεζικό σύστημα της Ευρωζώνης.