Προειδοποίηση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις απευθύνει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), εκτιμώντας ότι η δυναμική του δημόσιου χρέους στην Ευρώπη κινδυνεύει να εκτροχιαστεί εάν δεν ληφθούν άμεσα και ουσιαστικά μέτρα για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών.
Σε μελέτη που δημοσιεύθηκε τη Δευτέρα, οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ Λουκ Εϊρώ, Μαχίκα Γκάντι και Άντριου Χοτζ επισημαίνουν ότι η αποσπασματική αντιμετώπιση των δημοσιονομικών προκλήσεων από πολλές ευρωπαϊκές χώρες έχει πλέον φτάσει στα όριά της. Όπως σημειώνουν, οι κυβερνήσεις καλούνται να διαχειριστούν ταυτόχρονα σημαντικές διαρθρωτικές πιέσεις, όπως η γήρανση του πληθυσμού, η ενεργειακή μετάβαση και οι αυξημένες ανάγκες για αμυντικές δαπάνες, οι οποίες επιβαρύνουν ολοένα περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι αναλυτές του Ταμείου προειδοποιούν ότι, εάν οι μακροπρόθεσμες πιέσεις στις δημόσιες δαπάνες δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά, το δημόσιο χρέος ενδέχεται να ακολουθήσει «εκρηκτική» πορεία σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες. Παράλληλα, εκτιμούν ότι οι περιορισμένες ή σταδιακές παρεμβάσεις δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν το εύρος της απαιτούμενης προσαρμογής, ενώ υπάρχει και ο κίνδυνος να ενισχύσουν την κόπωση απέναντι στις μεταρρυθμίσεις, χωρίς να επιλύσουν τα βασικά προβλήματα.
Το ΔΝΤ καλεί τις κυβερνήσεις να εγκαταλείψουν τις βραχυπρόθεσμες λύσεις και να υιοθετήσουν μια ολοκληρωμένη στρατηγική με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Σύμφωνα με τη μελέτη, η στρατηγική αυτή θα πρέπει να συνδυάζει διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, δημοσιονομική εξυγίανση και, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, ουσιαστικές αποφάσεις για την έκταση, τη λειτουργία και τη χρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών. Όπως επισημαίνουν οι συντάκτες της έκθεσης, όσο καθυστερούν οι αναγκαίες αποφάσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος της προσαρμογής, ενώ τα οφέλη μιας έγκαιρης και συντονισμένης στρατηγικής καθίστανται ολοένα πιο εμφανή.
Οι προβλέψεις του ΔΝΤ δείχνουν ότι έως το 2040 οι δημόσιες δαπάνες στην Ευρώπη θα αυξηθούν κατά μέσο όρο σχεδόν κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να σημειωθεί σε ένα περιβάλλον χαμηλών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και περιορισμένης πολιτικής διάθεσης τόσο για αυξήσεις φόρων όσο και για σημαντικές περικοπές δαπανών.
Υπό αυτές τις συνθήκες, το Ταμείο εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος θα μπορούσε να εκτοξευθεί, κατά μέσο όρο, στο 130% του ΑΕΠ έως το 2040, επίπεδο σχεδόν διπλάσιο από το σημερινό, γεγονός που θα δημιουργούσε σοβαρούς κινδύνους για τη δημοσιονομική σταθερότητα πολλών χωρών.
Σύμφωνα με τη μελέτη, ένα «μετριοπαθές» πακέτο μεταρρυθμίσεων θα μπορούσε να καλύψει περίπου το ένα τρίτο του προβλεπόμενου δημοσιονομικού κενού. Ιδιαίτερα σημαντική συμβολή εκτιμάται ότι μπορούν να έχουν οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα, καθώς και οι πολιτικές που ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη και την παραγωγικότητα.
Ωστόσο, οι οικονομολόγοι του ΔΝΤ υπογραμμίζουν ότι, ακόμη και με την εφαρμογή τέτοιων μεταρρυθμίσεων, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θα χρειαστεί να προχωρήσουν και σε πρόσθετες δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Όπως επισημαίνουν, οι μεταρρυθμίσεις και η δημοσιονομική εξυγίανση αποτελούν συμπληρωματικά εργαλεία και όχι εναλλακτικές επιλογές, παρότι συνεπάγονται πολιτικά δύσκολες αποφάσεις.
Καταλήγοντας, οι αναλυτές του Ταμείου, σύμφωνα με το Bloomberg, τονίζουν ότι όσο μεγαλύτερη πρόοδος σημειώνεται στις μεταρρυθμίσεις, τόσο πιο ήπια θα είναι η αναγκαία δημοσιονομική προσαρμογή. Προειδοποιούν, ωστόσο, ότι η αποκλειστική στήριξη στις μεταρρυθμίσεις, χωρίς παράλληλη δημοσιονομική εξυγίανση, δεν αρκεί για να αποτρέψει τους κινδύνους που απειλούν τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην Ευρώπη.