Νέα μέτρα που αναμένεται να δώσουν «ανάσα» τόσο στους ιδιοκτήτες ακινήτων όσο και στους ενοικιαστές εξετάζει το οικονομικό επιτελείο της κυβέρνησης, στο πλαίσιο της προσπάθειας αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης και του διαρκώς αυξανόμενου κόστους στέγασης.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκεται η παράταση του μέτρου για τα αφορολόγητα ενοίκια, το οποίο λήγει επισήμως στο τέλος του 2026. Ωστόσο, η κυβέρνηση μελετά σοβαρά το ενδεχόμενο να επεκταθεί και για το 2027, ενώ παράλληλα εξετάζονται σημαντικές βελτιώσεις ώστε το πλαίσιο να γίνει πιο ελκυστικό, λειτουργικό και αποτελεσματικό για τους ιδιοκτήτες που διαθέτουν κλειστά ακίνητα ή κατοικίες που σήμερα αξιοποιούνται στη βραχυχρόνια μίσθωση.
Πιο ευέλικτα κίνητρα και διεύρυνση των δικαιούχων
Σύμφωνα με πληροφορίες, το αναβαθμισμένο σχέδιο προβλέπει σειρά αλλαγών που στόχο έχουν να «ξεκλειδώσουν» περισσότερα ακίνητα και να ενισχύσουν την προσφορά κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση.
Οι βασικές προτάσεις που βρίσκονται στο τραπέζι είναι:
- Μείωση του χρόνου αδράνειας ενός ακινήτου από τρία σε δύο έτη, ώστε περισσότεροι ιδιοκτήτες να μπορούν να ενταχθούν στο μέτρο.
- Διεύρυνση του πεδίου εφαρμογής, με την ένταξη νέων κατηγοριών κατοικιών στη ρύθμιση.
- Θέσπιση κλιμακωτής φορολογικής ανταμοιβής μετά την ολοκλήρωση της πρώτης τριετίας πλήρους απαλλαγής, ώστε να διατηρείται το κίνητρο για συνέχιση της μακροχρόνιας μίσθωσης.
Το οικονομικό όφελος για τους ιδιοκτήτες
Το ισχύον καθεστώς προβλέπει πλήρη απαλλαγή από τον φόρο εισοδήματος για τα ενοίκια που εισπράττονται επί τρία χρόνια, δημιουργώντας ένα ισχυρό οικονομικό κίνητρο για όσους επιλέγουν να διαθέσουν τα ακίνητά τους στη μακροχρόνια αγορά.
Ενδεικτικά:
- Για μηνιαίο ενοίκιο 850 ευρώ (10.200 ευρώ ετησίως), ο ιδιοκτήτης εξοικονομεί 1.530 ευρώ φόρο κάθε χρόνο, δηλαδή συνολικά 4.590 ευρώ στην τριετία.
- Για μηνιαίο μίσθωμα 1.000 ευρώ (12.000 ευρώ ετησίως), η ετήσια φορολογική ελάφρυνση φτάνει τα 1.800 ευρώ, με συνολικό όφελος 5.400 ευρώ σε διάστημα τριών ετών.
Οι προϋποθέσεις ένταξης στο μέτρο
Για να διασφαλιστεί ότι το μέτρο θα συνεχίσει να εξυπηρετεί τον στόχο της ενίσχυσης της μακροχρόνιας κατοικίας, παραμένουν σε ισχύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις:
- Το ακίνητο πρέπει να ήταν κενό ή να χρησιμοποιούνταν για βραχυχρόνια μίσθωση επί τουλάχιστον τρία χρόνια πριν από τη νέα σύμβαση (με την πρόταση να εξετάζει τη μείωση του χρονικού αυτού διαστήματος στα δύο έτη).
- Η κατοικία δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 120 τετραγωνικά μέτρα, με δυνατότητα προσαύξησης κατά 20 τ.μ. για κάθε παιδί στις οικογένειες με περισσότερα από δύο παιδιά.
- Η μίσθωση πρέπει να έχει ελάχιστη διάρκεια τριών ετών. Εάν ο ενοικιαστής αποχωρήσει νωρίτερα, ο ιδιοκτήτης διατηρεί το φορολογικό ευεργέτημα, αρκεί να συναφθεί νέα σύμβαση μίσθωσης μέσα σε διάστημα τριών μηνών.
Στόχος η αποκλιμάκωση της στεγαστικής πίεσης
Οι υποστηρικτές της νέας παρέμβασης επισημαίνουν ότι η ανάγκη διατήρησης και ενίσχυσης του μέτρου προκύπτει και από τα στοιχεία της Eurostat, σύμφωνα με τα οποία ο μέσος Έλληνας ενοικιαστής δαπανά περισσότερο από το 35% του εισοδήματός του για την κάλυψη του ενοικίου, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος διαμορφώνεται στο 19,2%.
Εκτιμάται ότι η λήξη του μέτρου σε περίπου έξι μήνες θα μπορούσε να περιορίσει ακόμη περισσότερο την προσφορά κατοικιών προς μακροχρόνια μίσθωση, επιτείνοντας τις πιέσεις στην αγορά. Αντίθετα, η παράταση του μέτρου σε συνδυασμό με τις προτεινόμενες βελτιώσεις αναμένεται να ενισχύσει τη διάθεση κλειστών κατοικιών, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα και στις τουριστικές περιοχές, συμβάλλοντας στη συγκράτηση των τιμών των ενοικίων και στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.