Νέους άξονες ανάπτυξης σχεδιάζει η Quest, με τη διοίκηση του ομίλου να εστιάζει τόσο στη διεύρυνση των δραστηριοτήτων της όσο και στις εξελίξεις που αναμένεται να καθορίσουν την πορεία της μέσα στους επόμενους μήνες.
Οι επενδύσεις στον τομέα των ακινήτων, η ενίσχυση της συνεργασίας με τη Fourlis, οι αποφάσεις που εκκρεμούν για την ACS και οι επιπτώσεις των αυξήσεων τιμών της Apple αποτελούν τις βασικές προτεραιότητες που παρουσίασε ο πρόεδρος του ομίλου, Θεόδωρος Φέσσας.
Στο περιθώριο της παρουσίασης της έρευνας της EY για το Επιχειρηματικό Βαρόμετρο 2025, ο κ. Φέσσας ανέδειξε τη στρατηγική της Quest για την επόμενη ημέρα, επισημαίνοντας ότι ο όμιλος επιδιώκει σταθερή μεγέθυνση, μέσα από επιλεκτικές κινήσεις και επενδύσεις με μακροπρόθεσμη προοπτική.
Στόχος η ενίσχυση της παρουσίας στο real estate
Ο πρόεδρος της Quest αποκάλυψε ότι ο τομέας των ακινήτων αποτελεί έναν από τους επόμενους αναπτυξιακούς στόχους του ομίλου, επισημαίνοντας ότι η εταιρεία επιδιώκει να διευρύνει το αποτύπωμά της μέσω προσεκτικά σχεδιασμένων επενδύσεων.
Όπως ανέφερε, η Quest προχωρά σε επιλεκτικές αποεπενδύσεις προκειμένου να εξασφαλίζει την απαραίτητη ρευστότητα για μελλοντικές τοποθετήσεις, υπογραμμίζοντας ότι η ανάπτυξη στον συγκεκριμένο κλάδο απαιτεί ισχυρή κεφαλαιακή βάση.
«Είμαστε μια μικρή εταιρεία αλλά θέλουμε να μεγαλώσουμε. Είναι ο επόμενος στόχος», σημείωσε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι οι επενδύσεις σε ακίνητα δεν μπορούν να στηρίζονται σε υψηλό δανεισμό, καθώς «το real estate είναι θέμα κεφαλαίων. Δεν μπορείς να αγοράσεις ένα κτίριο και να είσαι δανεισμένος».
Διερεύνηση νέων συνεργειών με τη Fourlis
Παράλληλα, η Quest εξετάζει τρόπους διεύρυνσης της συνεργασίας της με τη Fourlis. Σύμφωνα με τον κ. Φέσσα, οι δύο όμιλοι βρίσκονται σε φάση διερεύνησης πιθανών συνεργειών, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι στιγμής συμφωνία για κάποιο επόμενο βήμα.
Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι δεν τίθεται θέμα συγχώνευσης, επισημαίνοντας όμως πως οι δύο επιχειρηματικοί όμιλοι διαθέτουν σημαντικά κοινά χαρακτηριστικά, ενώ χαρακτήρισε τη σημερινή παρουσία της Quest στη Fourlis ως «εμβρυακό στάδιο».
Ο πρόεδρος της Quest επισήμανε ακόμη ότι το λιανεμπόριο λειτουργεί σήμερα σε ένα περιβάλλον περιορισμένων περιθωρίων κέρδους, γεγονός που καθιστά τις συνεργασίες ιδιαίτερα σημαντικές. Όπως εξήγησε, μέσα από στρατηγικές συνέργειες μπορούν να ενισχυθούν η εμπιστοσύνη των καταναλωτών και η πιστότητα προς τα εμπορικά σήματα, δίνοντας τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να διατηρούν ένα μικρό πρόσθετο περιθώριο κέρδους χάρη στην αξιοπιστία που προσφέρουν.
Υπενθυμίζεται ότι η Quest έχει αποκτήσει ποσοστό 10% της Fourlis, επένδυση ύψους 25-30 εκατ. ευρώ, η οποία χαρακτηρίζεται στρατηγικού χαρακτήρα και μακροπρόθεσμου ορίζοντα. Παράλληλα, ο επενδυτικός όμιλος του Θεόδωρου Φέσσα έχει εκφράσει ενδιαφέρον να αυξήσει στο μέλλον τη συμμετοχή του στην εισηγμένη εταιρεία.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με ενδεχόμενες επενδύσεις σε άλλες αλυσίδες λιανικής τεχνολογίας, ο κ. Φέσσας σημείωσε ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά, όπου δραστηριοποιούνται ισχυρές επιχειρήσεις, αλλά τα περιθώρια κέρδους παραμένουν περιορισμένα λόγω του μεγέθους της ελληνικής αγοράς.
Οι αποφάσεις για την ACS μετατίθενται μετά το φθινόπωρο
Σε εκκρεμότητα εξακολουθεί να βρίσκεται το μέλλον της ACS, με τη διοίκηση της Quest να διευκρινίζει ότι ουσιαστικές εξελίξεις δεν αναμένονται πριν από τον Οκτώβριο, όταν θα έχει αποσαφηνιστεί η στάση της γερμανικής GLS.
Ο Θεόδωρος Φέσσας ανέφερε ότι δεν υπάρχει προς το παρόν κάποια νέα εξέλιξη, επισημαίνοντας πως η εταιρεία θα αναμείνει μέχρι τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, οπότε και θα διαμορφωθεί το νέο τοπίο.
Η εκκρεμότητα συνδέεται με τη συμφωνία που υπέγραψαν οι δύο πλευρές, βάσει της οποίας η GLS απέκτησε το 2024 το 20% της ACS έναντι 74 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, διαθέτει δικαίωμα προαίρεσης έως τις 30 Οκτωβρίου 2026 για την εξαγορά του υπόλοιπου 80% της εταιρείας, καταβάλλοντας επιπλέον 296 εκατ. ευρώ.
Μέχρι τότε παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο ολοκλήρωσης της εξαγοράς, χωρίς ωστόσο να έχει ληφθεί οριστική απόφαση.
Παρά την αβεβαιότητα γύρω από την εξέλιξη της συμφωνίας, η Quest συνεχίζει απρόσκοπτα την υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος της ACS, επιβεβαιώνοντας ότι η αναπτυξιακή στρατηγική της εταιρείας δεν επηρεάζεται από τις διαπραγματεύσεις.
Για το 2026 ο όμιλος έχει προγραμματίσει επενδύσεις συνολικού ύψους 60 εκατ. ευρώ, από τις οποίες περίπου 25 εκατ. ευρώ θα διοχετευθούν στην ACS. Τα κεφάλαια θα κατευθυνθούν κυρίως στην περαιτέρω ανάπτυξη του δικτύου smart lockers και στην αναβάθμιση των επιχειρησιακών υποδομών, με στόχο την αύξηση της δυναμικότητας και τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών.
Ο κ. Φέσσας αποκάλυψε ακόμη ότι οι Γερμανοί χαρακτήρισαν την ACS «υπερεπενδυμένη», επισημαίνοντας ωστόσο ότι η εταιρεία διαθέτει ήδη τις υποδομές για να διαχειριστεί ακόμη και τριπλάσιο όγκο εργασιών, εφόσον αυτό απαιτηθεί.
Θετικές παραμένουν και οι οικονομικές προοπτικές της ACS. Το 2025 ο κύκλος εργασιών διαμορφώθηκε στα 163 εκατ. ευρώ, αυξημένος κατά 3,6% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση, ενώ τα λειτουργικά κέρδη (EBITDA) ενισχύθηκαν κατά 12,6%, φθάνοντας τα 29,4 εκατ. ευρώ.
Η διοίκηση εκτιμά ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί και το 2026, με βασικούς μοχλούς ανάπτυξης τη συνεχιζόμενη επέκταση του ηλεκτρονικού εμπορίου και την περαιτέρω αξιοποίηση του δικτύου αυτοματοποιημένων σημείων παραλαβής (smart lockers).
Οι ανατιμήσεις της Apple και οι επιπτώσεις στην αγορά
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο πρόεδρος της Quest και στη νέα τιμολογιακή πολιτική της Apple, εκτιμώντας ότι οι πρόσφατες αυξήσεις τιμών θα επηρεάσουν την πορεία της αγοράς τεχνολογίας και τη συμπεριφορά των καταναλωτών τους επόμενους μήνες.
Όπως εξήγησε, η Apple προχώρησε σε ανατιμήσεις σχεδόν σε ολόκληρη τη γκάμα των προϊόντων της, με μοναδική εξαίρεση το iPhone. Σύμφωνα με τον ίδιο, η εταιρεία ζήτησε ακόμη και τα προϊόντα που βρίσκονται ήδη στις αποθήκες συνεργατών και μεταπωλητών να διατεθούν στην αγορά με τις νέες, υψηλότερες τιμές και όχι με το κόστος στο οποίο είχαν αρχικά αποκτηθεί.
Ο κ. Φέσσας υπενθύμισε ότι τα προηγούμενα χρόνια η Apple είχε ακολουθήσει ιδιαίτερα ανταγωνιστική τιμολογιακή πολιτική, ωστόσο πλέον οι ισορροπίες αλλάζουν, καθώς οι υψηλότερες τιμές εκτιμάται ότι θα περιορίσουν τη ζήτηση και θα οδηγήσουν σε μικρότερο αριθμό πωλήσεων.
Παρά ταύτα, σημείωσε ότι η ενδεχόμενη μείωση των πωλούμενων τεμαχίων δεν συνεπάγεται απαραίτητα και πτώση του κύκλου εργασιών, καθώς οι αυξημένες τιμές αναμένεται να αντισταθμίσουν σε σημαντικό βαθμό τη μείωση του όγκου των πωλήσεων, διατηρώντας την αξία των συνολικών εσόδων σε υψηλά επίπεδα.