Η συνεχιζόμενη άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου αναζωπυρώνει τα σενάρια για παράταση των μέτρων στήριξης στα καύσιμα, την ώρα που το οικονομικό επιτελείο καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ανακούφισης νοικοκυριών και επιχειρήσεων και στα περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Το πλαίσιο αυτό επιβεβαιώθηκε εκ νέου και στη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup, όπου δόθηκε έμφαση στη λήψη στοχευμένων και προσωρινών παρεμβάσεων.
Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση εξετάζει ως πρώτη επιλογή τη διατήρηση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης για έναν ακόμη μήνα. Παράλληλα, παραμένει στο τραπέζι —αν και υπό αξιολόγηση— η ενεργοποίηση ενός νέου κύκλου fuel pass. Τα υφιστάμενα μέτρα ολοκληρώνονται στα τέλη Μαΐου, ωστόσο οι εξελίξεις στην αγορά ενέργειας εντείνουν τις πιέσεις για συνέχισή τους, με στόχο τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας.
Οι διεθνείς τιμές πετρελαίου καταγράφουν έντονες διακυμάνσεις σε υψηλά επίπεδα. Το Brent διαμορφώθηκε χθες, Δευτέρα, στα 115 δολάρια το βαρέλι, ενώ την προηγούμενη εβδομάδα είχε φτάσει ακόμη και τα 126 δολάρια. Οι τιμές αυτές κινούνται αισθητά πάνω από τις παραδοχές του σχεδίου που κατέθεσε η κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα, γεγονός που περιπλέκει τον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής.
Την ίδια στιγμή, οι αυξήσεις στα καύσιμα πυροδοτούν ένα ευρύτερο κύμα ανατιμήσεων, επηρεάζοντας όχι μόνο το ενεργειακό κόστος αλλά και βασικά αγαθά. Οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται, όπως αποτυπώνεται και στα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat για τον Απρίλιο: ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 4,6% από 3,4% τον Μάρτιο, κατατάσσοντας τη χώρα στην πέμπτη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών οικονομιών, πίσω από τη Βουλγαρία, την Κροατία, το Λουξεμβούργο και τη Λιθουανία.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στο μέτωπο της ενέργειας, όπου η Ελλάδα καταγράφει τη δεύτερη υψηλότερη αύξηση στην Ευρώπη, της τάξης του 21,9% τον Απρίλιο. Στα τρόφιμα, η χώρα βρίσκεται στην τέταρτη θέση, με αυξήσεις 4,1% έναντι 3,7% τον Μάρτιο. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο αναθεωρημένος στόχος για πληθωρισμό 3,2% το 2026, όπως περιλαμβάνεται στην ετήσια έκθεση προόδου προς τις Βρυξέλλες, εμφανίζεται πλέον δύσκολα επιτεύξιμος. Και αυτό διότι βασίζεται σε συγκρατημένες εκτιμήσεις για την πορεία των τιμών ενέργειας, με το Brent να υπολογίζεται ότι δεν θα ξεπεράσει τα 89,4 δολάρια το βαρέλι σε ετήσια βάση.
Σε αυτό το σκηνικό, η επιδότηση στο πετρέλαιο κίνησης παραμένει κομβικό εργαλείο παρέμβασης, καθώς συμβάλλει στη συγκράτηση του κόστους μεταφορών και, κατ’ επέκταση, των τιμών σε ολόκληρη την αγορά. Το μέτρο δεν αφορά μόνο τους οδηγούς, αλλά επεκτείνεται σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα. Η οριζόντια ενίσχυση των 20 λεπτών ανά λίτρο έχει ήδη συμβάλει στο να διατηρηθεί η τιμή κάτω από το όριο των 2 ευρώ ανά λίτρο.
Παράλληλα, προς τα τέλη Μαΐου αναμένεται να εξεταστεί και η πιθανή επέκταση του fuel pass για το δίμηνο Ιουνίου – Ιουλίου 2026. Το συγκεκριμένο μέτρο λειτουργεί ως άμεση οικονομική ανάσα για τα νοικοκυριά, ιδιαίτερα για εκείνα που εξαρτώνται από την καθημερινή χρήση αυτοκινήτου. Η ενδεχόμενη παράτασή του αποσκοπεί στον περιορισμό των επιπτώσεων από την αύξηση της τιμής της αμόλυβδης, η οποία ήδη κινείται κοντά στα 2 ευρώ το λίτρο, επιβαρύνοντας σημαντικά τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Καθοριστικό ρόλο στις τελικές αποφάσεις διαδραματίζει το διαθέσιμο δημοσιονομικό «μαξιλάρι» των 200 εκατ. ευρώ. Το αποθεματικό αυτό παρέχει τη δυνατότητα για στοχευμένες παρεμβάσεις, ανάλογα με την εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, το κόστος μιας μηνιαίας παράτασης της επιδότησης στο ντίζελ ανέρχεται περίπου στα 40 εκατ. ευρώ, ενώ η δίμηνη επέκταση του fuel pass υπολογίζεται στα 130 εκατ. ευρώ.
Την ίδια ώρα, οι επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή κυριάρχησαν στη χθεσινή συνεδρίαση του Eurogroup. Κοινοτικοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι οι συνέπειες της κρίσης θα έχουν διάρκεια, ακόμη και μετά το τέλος των εχθροπραξιών στον Κόλπο, επηρεάζοντας για μεγάλο χρονικό διάστημα την παγκόσμια ισορροπία προσφοράς και ζήτησης ενέργειας.
Ήδη, το μακροοικονομικό περιβάλλον επιβαρύνεται αισθητά: ο πληθωρισμός επιταχύνεται, οι αναπτυξιακές προοπτικές επιδεινώνονται και η αβεβαιότητα εντείνεται σε ολόκληρη την ευρωζώνη. Παράλληλα, ενισχύονται οι φόβοι ακόμη και για ύφεση — μια εξέλιξη που θα μπορούσε να έχει ευρείες επιπτώσεις στις ευρωπαϊκές οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής.