Το 2026 αναδεικνύεται ήδη σε χρονιά-ορόσημο για το ασφαλιστικό σύστημα, καθώς καταγράφεται έντονη επιτάχυνση της εξόδου προς τη σύνταξη. Μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους (Ιανουάριος – Μάρτιος 2026) υποβλήθηκαν 58.213 νέες αιτήσεις συνταξιοδότησης, αριθμός που επιβεβαιώνει τη δυναμική μιας μαζικής φυγής από την αγορά εργασίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι επτά στις δέκα αιτήσεις προέρχονται από γυναίκες ασφαλισμένες, οι οποίες βρίσκονται ήδη σε δυσμενέστερη θέση μετά την οριστική κατάργηση, από το 2023, όλων των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων.
Συγκεκριμένα, τον Ιανουάριο κατατέθηκαν 18.636 αιτήσεις, τον Φεβρουάριο 18.363 και τον Μάρτιο 21.214, με το σύνολο του τριμήνου να ανέρχεται στις 58.213 αιτήσεις. Σε σύγκριση, το αντίστοιχο διάστημα του 2025 είχαν καταγραφεί 48.041 αιτήσεις και το 2024 περίπου 51.568. Οι επιδόσεις του φετινού πρώτου τριμήνου αποτελούν τις υψηλότερες από τη σύσταση του ΕΦΚΑ το 2017, επιβεβαιώνοντας ότι το κύμα αποχωρήσεων έχει πλέον λάβει χαρακτηριστικά ρεκόρ.
Οι ενδείξεις συνηγορούν στο ότι το 2026 θα εξελιχθεί σε έτος-ρεκόρ για τις συνταξιοδοτήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2024 είχαν υποβληθεί συνολικά 197.228 νέες αιτήσεις και το 2025 περίπου 199.450, ενώ η φετινή εκκίνηση προμηνύει ακόμη υψηλότερες επιδόσεις. Η αυξημένη ροή αποχωρήσεων εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί τουλάχιστον έως το 2027-2028, όταν θα έχει ολοκληρωθεί η έξοδος της γενιάς των baby boomers από την αγορά εργασίας. Ήδη, το τρέχον κύμα συνταξιοδοτήσεων υπερβαίνει εκείνο της προηγούμενης δεκαετίας, το οποίο είχε προκληθεί από την αύξηση των ορίων ηλικίας με το πρώτο μνημόνιο, αλλά και από τα μεγάλα προγράμματα εθελουσίας εξόδου σε οργανισμούς όπως ο ΟΤΕ, η ΔΕΗ και οι τράπεζες.
Πίσω από τη μαζική αυτή φυγή βρίσκονται συγκεκριμένοι παράγοντες που ενισχύουν την αβεβαιότητα και ωθούν τους ασφαλισμένους στην έξοδο. Σύμφωνα με την ΕΝΥΠΕΚΚ, βασικός λόγος είναι ο φόβος για ενδεχόμενη αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης από την 1η Ιανουαρίου 2027 ή, εναλλακτικά, από την 1η Ιανουαρίου 2030. Οι δυσμενείς δημογραφικές εξελίξεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το ενδεχόμενο αναπροσαρμογής των ορίων, ωθώντας όσους έχουν θεμελιώσει δικαίωμα να αποχωρήσουν πριν βρεθούν αντιμέτωποι με επιπλέον χρόνια εργασίας.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει και η αυτόματη σύνδεση των ορίων ηλικίας με το προσδόκιμο ζωής των πολιτών άνω των 65 ετών. Αν και πηγές του υπουργείου Εργασίας απορρίπτουν το ενδεχόμενο άμεσης αύξησης από το 2027, αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο μεταφοράς της σχετικής διαδικασίας για τα τέλη του 2029, με πιθανή εφαρμογή αλλαγών από το 2030. Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι το προσδόκιμο ζωής δεν έχει ανακάμψει επαρκώς μετά την πανδημία ώστε να δικαιολογεί άμεσες παρεμβάσεις, ωστόσο η συζήτηση παραμένει ενεργή.
Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, από το 2030 και μετά ενδέχεται να υπάρξει σταδιακή αύξηση των ορίων ηλικίας πέραν των σημερινών 62 και 67 ετών. Το πιθανό σενάριο προβλέπει αύξηση έως και κατά 1,5 έτος, με ρυθμό περίπου έξι μηνών ετησίως, ώστε να αποφευχθεί αιφνίδια επιβάρυνση των ασφαλισμένων. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, περισσότερο εκτεθειμένοι θα είναι οι σημερινοί 50άρηδες και 55άρηδες, οι οποίοι βρίσκονται κοντά στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος και ενδέχεται να εγκλωβιστούν σε διαδοχικές αυξήσεις. Έτσι, όσοι συμπληρώνουν το 62ο έτος μετά το 2030 ενδέχεται να οδηγηθούν σε συνταξιοδότηση ακόμη και στα 63 έτη και έξι μήνες.
Σημαντικός παράγοντας επιτάχυνσης των αιτήσεων είναι και ο φόβος αλλαγών στο καθεστώς εξαγοράς πλασματικού χρόνου ασφάλισης. Σήμερα, επτά στους δέκα ασφαλισμένους αξιοποιούν τη δυνατότητα εξαγοράς ετών (σπουδών, στρατιωτικής θητείας, τέκνων κ.ά.) είτε για ταχύτερη έξοδο είτε για βελτίωση της σύνταξης. Το κόστος εξαγοράς αντιστοιχεί στο 20% των μεικτών αποδοχών του μήνα πριν από την αίτηση, ενώ δίνεται η δυνατότητα αναγνώρισης 5 έως 7 ετών. Το μέτρο είναι κρίσιμο τόσο για τους παλαιούς ασφαλισμένους (πριν το 1993), που μπορούν να διαμορφώσουν ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, όσο και για τους νεότερους, που επιδιώκουν τη συμπλήρωση 40 ετών ασφάλισης (12.000 ένσημα) για συνταξιοδότηση στο 62ο έτος.
Παράλληλα, αλλαγές στον τρόπο υπολογισμού των συντάξιμων αποδοχών από την 1η Ιανουαρίου 2026 λειτουργούν ως επιπλέον κίνητρο εξόδου. Οι συντάξιμες αποδοχές δεν θα υπολογίζονται πλέον με βάση τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ΕΛΣΤΑΤ, αλλά μέσω νέου δείκτη μεταβολής μισθών, ο οποίος θα επηρεάζει άμεσα το ύψος της ανταποδοτικής σύνταξης.
Την ίδια στιγμή, το ισχύον σύστημα υπολογισμού των νέων συντάξεων, που λαμβάνει υπόψη το σύνολο του εργασιακού βίου, καθιστά τις συντάξεις του 2026 πιο ευνοϊκές σε σχέση με εκείνες του 2025, ακόμη και για ασφαλισμένους με τα ίδια έτη ασφάλισης. Το στοιχείο αυτό ενισχύει περαιτέρω την τάση πρόωρης αποχώρησης.
Τέλος, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και το νέο, πιο ευέλικτο πλαίσιο απασχόλησης των συνταξιούχων. Ήδη περισσότεροι από 300.000 έχουν δηλώσει εργασία στην ειδική πλατφόρμα του ΕΦΚΑ. Σε αντίθεση με το παρελθόν, δεν προβλέπεται πλέον περικοπή της σύνταξης κατά 30%, αλλά επιβάλλεται ειδικός πόρος υπέρ του ασφαλιστικού συστήματος: 10% επί του μισθού για τους μισθωτούς και 50% της εισφοράς σύνταξης για τους ελεύθερους επαγγελματίες. Το νέο καθεστώς καθιστά πιο ελκυστική τη συνταξιοδότηση, ακόμη και για όσους επιθυμούν να παραμείνουν ενεργοί στην αγορά εργασίας.
Το σύνολο των παραπάνω παραγόντων διαμορφώνει ένα εκρηκτικό μείγμα, που εξηγεί γιατί το 2026 εξελίσσεται ήδη σε χρονιά μαζικής εξόδου προς τη σύνταξη, με τις προοπτικές να δείχνουν ότι το φαινόμενο θα έχει συνέχεια τα επόμενα χρόνια.