Η Check Point Research, το τμήμα Threat Intelligence της Check Point Software Technologies Ltd., έδωσε στη δημοσιότητα τα στοιχεία του Global Threat Intelligence για τον Ιούλιο του 2026, αποτυπώνοντας ένα περιβάλλον κυβερνοαπειλών που γίνεται ολοένα πιο πιεστικό για οργανισμούς και επιχειρήσεις σε ολόκληρο τον κόσμο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι οργανισμοί παγκοσμίως δέχθηκαν κατά μέσο όρο 2.336 κυβερνοεπιθέσεις την εβδομάδα, αριθμός αυξημένος κατά 3% σε μηνιαία βάση και κατά 16% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025.
Στην Ελλάδα, οι οργανισμοί δέχθηκαν κατά μέσο όρο 1.638 κυβερνοεπιθέσεις την εβδομάδα, καταγράφοντας αύξηση 5% σε ετήσια βάση. Παρότι ο ρυθμός αύξησης στη χώρα παραμένει χαμηλότερος από το 18% που καταγράφηκε συνολικά στην Ευρώπη, τα δεδομένα επιβεβαιώνουν ότι η πίεση από τις κυβερνοαπειλές παραμένει σταθερά αυξημένη και για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους οργανισμούς.
Το τοπίο των κυβερνοαπειλών τον Ιούλιο διαμορφώθηκε από ταυτόχρονες πιέσεις σε πολλαπλά μέτωπα. Ο συνολικός όγκος των επιθέσεων συνέχισε να αυξάνεται, η δραστηριότητα ransomware παρουσίασε σημαντική επιτάχυνση σε σχέση με τη σχετικά σταθερή εικόνα των προηγούμενων μηνών, ενώ η έκθεση δεδομένων μέσω εργαλείων Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (GenAI) αναδεικνύεται πλέον σε σαφή επιχειρησιακό κίνδυνο, καθώς οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν περισσότερα εργαλεία και δημιουργούν ολοένα περισσότερα prompts στο εταιρικό περιβάλλον.
«Τα δεδομένα του Ιουλίου δείχνουν ότι ο κυβερνοκίνδυνος συσσωρεύεται ταυτόχρονα σε πολλαπλά μέτωπα», δήλωσε ο Omer Dembinsky, Data Research Manager της Check Point Research. «Ο όγκος των επιθέσεων συνεχίζει να αυξάνεται, το ransomware έχει επιταχυνθεί σημαντικά και η έκθεση μέσω GenAI αποτελεί πλέον μέρος της καθημερινής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι οργανισμοί χρειάζονται μια προσέγγιση ασφάλειας που δίνει προτεραιότητα στην πρόληψη και αξιοποιεί την Τεχνητή Νοημοσύνη, προστατεύοντας δίκτυα, χρήστες, δεδομένα και AI workflows πριν οι επιθέσεις μπορέσουν να προκαλέσουν πραγματικό αντίκτυπο.»
Η Εκπαίδευση παραμένει ο κλάδος με τις περισσότερες επιθέσεις – Άνοδος σε Ενέργεια και Φιλοξενία
Τον Ιούλιο, η Εκπαίδευση παρέμεινε ο κλάδος με τη μεγαλύτερη έκθεση σε κυβερνοεπιθέσεις παγκοσμίως, καταγράφοντας κατά μέσο όρο 4.848 εβδομαδιαίες επιθέσεις ανά οργανισμό, αυξημένες κατά 14% σε ετήσια βάση.
Ακολούθησε ο Δημόσιος Τομέας με 3.044 επιθέσεις την εβδομάδα και οι Τηλεπικοινωνίες με 2.927.
Παράλληλα, ο κλάδος Ενέργειας και Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας κατέγραψε αύξηση 20%, φτάνοντας τις 2.759 επιθέσεις την εβδομάδα. Στην πρώτη πεντάδα εισήλθε και ο κλάδος Φιλοξενίας, Ταξιδιών και Αναψυχής, με 2.614 επιθέσεις, σημειώνοντας σημαντική αύξηση 28% σε ετήσια βάση.
Η Λατινική Αμερική στην κορυφή του όγκου επιθέσεων – Ισχυρή άνοδος στην Ευρώπη
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Λατινική Αμερική παρέμεινε η περιοχή με τον υψηλότερο όγκο κυβερνοεπιθέσεων, με 3.561 εβδομαδιαίες επιθέσεις ανά οργανισμό, αυξημένες κατά 19% σε ετήσια βάση.
Ακολούθησε η περιοχή Ασίας-Ειρηνικού (APAC) με 3.316 επιθέσεις, ενώ η Αφρική κατέγραψε 3.237, παρά τη μείωση κατά 5%.
Ιδιαίτερα έντονη ήταν η ανοδική τάση στην Ευρώπη, όπου οι επιθέσεις αυξήθηκαν κατά 18% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τις 2.051 ανά οργανισμό την εβδομάδα. Στη Βόρεια Αμερική καταγράφηκε αύξηση 9%, με 1.613 εβδομαδιαίες επιθέσεις.
Η εικόνα στην Ελλάδα
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον αυξημένων κυβερνοαπειλών, η Ελλάδα κατέγραψε 1.638 εβδομαδιαίες επιθέσεις ανά οργανισμό, αυξημένες κατά 5% σε ετήσια βάση.
Ο αριθμός των επιθέσεων στην Ελλάδα διαμορφώνεται περίπου 20% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 2.051 επιθέσεων την εβδομάδα. Ωστόσο, η ετήσια αύξηση κατά 5% δείχνει ότι και η χώρα ακολουθεί ανοδική πορεία, έστω με ηπιότερο ρυθμό σε σχέση με την Ευρώπη συνολικά.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει τη συνεχιζόμενη ανάγκη για ενίσχυση της κυβερνοανθεκτικότητας και της πρόληψης απέναντι στις εξελισσόμενες απειλές, καθώς η χαμηλότερη συχνότητα σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο δεν σημαίνει απουσία κινδύνου.
Ο κίνδυνος από το GenAI περνά από τη θεωρία στην καθημερινή επιχειρηματική πραγματικότητα
Ιδιαίτερη θέση στην έκθεση του Ιουλίου καταλαμβάνει η χρήση της Παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης. Η έκθεση που συνδέεται με τη χρήση GenAI εξελίχθηκε πλέον σε καθημερινό επιχειρησιακό ζήτημα.
Ένα στα 36 εταιρικά prompts ενείχε υψηλό κίνδυνο διαρροής ευαίσθητων δεδομένων, ενώ το 88% των οργανισμών που χρησιμοποιούν συστηματικά GenAI επηρεάστηκε από δραστηριότητα prompts υψηλού κινδύνου. Παράλληλα, το 22% των prompts περιείχε δυνητικά ευαίσθητες πληροφορίες.
Οι οργανισμοί χρησιμοποίησαν κατά μέσο όρο οκτώ διαφορετικά εργαλεία GenAI, ενώ κάθε χρήστης δημιούργησε κατά μέσο όρο 95 prompts μέσα στον μήνα.
Τα προσωπικά δεδομένα αποτέλεσαν τη συχνότερη κατηγορία ευαίσθητων πληροφοριών που εκτέθηκαν, καθώς εντοπίστηκαν στο 70% των οργανισμών. Ακολούθησαν τα οικονομικά δεδομένα και οι πληροφορίες σχετικά με δίκτυα και υποδομές IT, με ποσοστό 68% αντίστοιχα.
Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η ασφάλεια στη χρήση GenAI δεν αποτελεί πλέον ένα μελλοντικό ή θεωρητικό ζήτημα. Αντίθετα, συνιστά άμεση πρόκληση για τη διακυβέρνηση και την προστασία των εταιρικών δεδομένων, καθώς η χρήση των εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης ενσωματώνεται ολοένα περισσότερο στην καθημερινή λειτουργία των οργανισμών.
Το email παραμένει βασική πύλη εισόδου για κυβερνοαπειλές
Παρά την εξέλιξη των τεχνολογιών και των μεθόδων επίθεσης, το email εξακολούθησε τον Ιούλιο να αποτελεί κανάλι υψηλού κινδύνου και μεγάλου όγκου επιθέσεων.
Ένα στα 128 emails, ή 0,78%, χαρακτηρίστηκε ως phishing, ενώ επιπλέον 20% εντάχθηκε σε ανεπιθύμητες ή δυνητικά επικίνδυνες κατηγορίες, όπως graymail, spam και ύποπτα μηνύματα.
Η Αφρική κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό phishing, με ένα στα 106 emails να χαρακτηρίζεται ως phishing. Ακολούθησε η Βόρεια Αμερική με ένα στα 117.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι το email εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις συχνότερες αφετηρίες ευρύτερων αλυσίδων κυβερνοεπίθεσης, από την υποκλοπή διαπιστευτηρίων και τη διανομή malware έως επιθέσεις Business Email Compromise (BEC).
Ransomware: Απότομη αύξηση των καταγεγραμμένων θυμάτων
Η σημαντικότερη μεταβολή του Ιουλίου καταγράφηκε στο ransomware, με τις δημοσιοποιημένες επιθέσεις να φτάνουν τις 964. Πρόκειται για αύξηση 49% σε σχέση με τον Ιούνιο και 87% σε σύγκριση με τον Ιούλιο του 2025.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί σαφή διαφοροποίηση από την εικόνα του πρώτου εξαμήνου του 2026, όταν η μηνιαία δραστηριότητα ransomware διαμορφωνόταν κατά μέσο όρο σε περίπου 672 περιστατικά.
Οι Επιχειρηματικές Υπηρεσίες (Business Services) παρέμειναν ο κλάδος με τα περισσότερα καταγεγραμμένα θύματα, αντιπροσωπεύοντας το 32,5% του συνόλου. Ακολούθησαν η Βιομηχανική Παραγωγή με 14,4% και τα Καταναλωτικά Αγαθά και Υπηρεσίες με 13,4%.
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η Βόρεια Αμερική παρέμεινε η περισσότερο πληττόμενη περιοχή, συγκεντρώνοντας το 45% των δημοσιοποιημένων περιστατικών ransomware. Η Ευρώπη ακολούθησε με 28% και η περιοχή APAC με 17%.
Σε επίπεδο χωρών, οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολούθησαν να συγκεντρώνουν τον μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων, αντιπροσωπεύοντας το 39,4% των δημοσιοποιημένων επιθέσεων. Ακολούθησαν η Γερμανία, ο Καναδάς, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ιταλία.
The Gentlemen και Qilin στην κορυφή καθώς μεταβάλλεται το τοπίο του ransomware
Στο επίπεδο των ομάδων ransomware, οι The Gentlemen και Qilin αποτέλεσαν τις πιο ενεργές ομάδες τον Ιούλιο, με καθεμία να ευθύνεται για το 14% των δημοσιοποιημένων επιθέσεων.
Στην τρίτη θέση βρέθηκε το DeadLock, με ποσοστό 10% και 97 αναφερόμενα θύματα. Η συγκεκριμένη επίδοση υπογραμμίζει τις συνεχείς αλλαγές που καταγράφονται στο οικοσύστημα του ransomware, καθώς η δραστηριότητα των ομάδων και η κατανομή των θυμάτων μεταβάλλονται διαρκώς.
Η συνολική εικόνα του Ιουλίου δείχνει ότι οι κυβερνοαπειλές δεν περιορίζονται πλέον σε μία συγκεκριμένη μορφή ή ένα μεμονωμένο κανάλι. Η αύξηση του συνολικού όγκου των επιθέσεων, η απότομη επιτάχυνση του ransomware, η διαρκής ευπάθεια του email και η ταχεία εξάπλωση της χρήσης GenAI συνθέτουν ένα σύνθετο περιβάλλον κινδύνου. Για τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών, η πρόληψη, η κυβερνοανθεκτικότητα και η προστασία δεδομένων και AI workflows καθίστανται, ως εκ τούτου, ολοένα πιο κρίσιμα στοιχεία της συνολικής στρατηγικής ασφάλειας.