Σε φάση βαθύτερης αναδιάρθρωσης μπαίνει η ελληνική αγορά σούπερ μάρκετ, καθώς οι πιέσεις στο λειτουργικό κόστος εντείνονται και δημιουργούν συνθήκες που ευνοούν έναν νέο γύρο συγκέντρωσης. Το μήνυμα ήταν σαφές στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου της Ένωσης Σούπερμαρκετ Ελλάδας, όπου περιεγράφηκε με σαφείς όρους μια αγορά που λειτουργεί οριακά, με τα βάρη να πέφτουν δυσανάλογα στις μικρομεσαίες αλυσίδες. Ο Γιάννης Μασούτης, επικεφαλής της ομώνυμης αλυσίδας και αντιπρόεδρος της ΕΣΕ, μίλησε για ένα περιβάλλον «ιδιαίτερα ασφυκτικό», με την ενέργεια, τα μισθώματα και το σύνολο των λειτουργικών δαπανών να ανεβαίνουν ταχύτερα από τις πωλήσεις, επιβαρύνοντας δυσανάλογα τις μικρότερες επιχειρήσεις του κλάδου. Όπως τόνισε, η πίεση αυτή δεν αφήνει περιθώρια και προδιαγράφει περισσότερες εξαγορές στην αγορά – μια εξέλιξη που, κατά την άποψή του, θα πρέπει να απασχολήσει σοβαρά την Πολιτεία.
Μάλιστα επισήμανε πως και οι υποχρεώσεις εταιρικής κοινωνικής ευθύνης των σούπερ μάρκετ έχουν διογκωθεί σε τεράστιο βαθμό.«Πράγματα που θα έπρεπε να κάνει το κράτος, τα κάνουν οι επιχειρήσεις», ανέφερε με νόημα.
Η εκτίμησή του για την επόμενη μέρα ήτανξεκάθαρη – και μάλλον δυσοίωνη: η πίεση στην αγορά δεν αφήνει πολλά περιθώρια επιλογών. «Το 2026 θα ξεκινήσει νέος κύκλος εξαγορών λόγω της έντασης των πιέσεων. Δεν είμαστε χαρούμενοι – ούτε καν οι μεγάλες επιχειρήσεις», υπογράμμισε. Όπως διευκρίνισε, η συγκέντρωση δεν είναι στρατηγική απόφαση ή πρόθεση, αλλά αποτέλεσμα μιας ασφυκτικής πραγματικότητας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο πρόεδρος της ΕΣΕ, Αριστοτέλης Παντελιάδης, ο οποίος ανέδειξε τη διεθνή εμπειρία: στις ευρωπαϊκές αγορές που λειτουργούν αποτελεσματικά, ο κορμός αποτελείται από τέσσερις έως οκτώ μεγάλες αλυσίδες, με τοπικούς παίκτες να επιβιώνουν χάρη στη διαφοροποίησή τους. Για την Ελλάδα, σημείωσε ο κ. Παντελιάδης, το λογικό εύρος διαμορφώνεται στις τέσσερις έως έξι μεγάλες αλυσίδες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αγορά θα φτάσει υποχρεωτικά σε αυτό το σημείο.
Σημείωσε πάντως ότι η παραδοσιακή λιανική, όπως είναι παντοπωλεία και μικρά σημεία πώλησης, συρρικνώνεται και θα συνεχίσει να συρρικνώνεται.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για ένα μοντέλο που συνδυάζει αποδοτικότητα και λειτουργικό ανταγωνισμό, επιτρέποντας παράλληλα σε μικρότερες, ισχυρά τοπικές επιχειρήσεις να διατηρούν ρόλο και παρουσία. Ωστόσο, με τα κόστη να διογκώνονται και τις επενδυτικές ανάγκες να αυξάνονται, η κατεύθυνση προς μεγαλύτερη συγκέντρωση μοιάζει περισσότερο από ποτέ πιθανή.
Η εικόνα που διαμορφώνεται καταδεικνύει ότι ο κλάδος μπαίνει σε μια περίοδο εξαγορών και στρατηγικών κινήσεων, όπου η αντοχή, η χρηματοδοτική ευρωστία και η κλίμακα θα καθορίσουν ποιοι θα μείνουν στο παιχνίδι και ποιοι θα αναζητήσουν «ασφαλές λιμάνι» μέσω συμφωνιών.
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο – είναι όμως πιο στοχευμένο και πιο μεθοδικό από ποτέ.
Μόνο την περίοδο 2022-2025, πάνω από 180 καταστήματα μικρών τοπικών αλυσίδων σούπερ μάρκετ πέρασαν στα χέρια μεγαλύτερων παικτών, αποτυπώνοντας την πίεση που δέχονται οι μικρότερες επιχειρήσεις να επιβιώσουν μέσα σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων λειτουργικών βαρών, σκληρού ανταγωνισμού και έλλειψης επενδυτικών πόρων.
Το κύμα αυτό έρχεται να προστεθεί σε μια μακροχρόνια πορεία που ξεκίνησε από τις αρχές της δεκαετίας. Από το 2010 μέχρι σήμερα, 39 αλυσίδες – κάποιες εκ των οποίων άλλοτε είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο – έχουν εξαφανιστεί από τον χάρτη. Η Ατλάντικ οδηγήθηκε σε πτώχευση, η Μαρινόπουλος και η Βερόπουλος απορροφήθηκαν το 2017 από Σκλαβενίτη και Metro αντίστοιχα, ενώ η Προμηθευτική πέρασε το 2018 στον Μασούτη.
Το τοπίο γίνεται ολοένα και πιο πολωμένο. Οι μεγάλοι ισχυροποιούνται, οι μεσαίοι παλεύουν να μη συνθλιβούν και οι μικροί είτε συνενώνονται, είτε αποχωρούν. Το παιχνίδι στο ράφι δεν παίζεται πλέον μόνο με τιμές και προσφορές – παίζεται με μέγεθος, αντοχή και στρατηγική.