Το φαινόμενο του shrinkflation επιχειρεί να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση, προαναγγέλλοντας αυστηρότερο πλαίσιο ελέγχου, υποχρεωτική ειδική επισήμανση στα ράφια και πρόστιμα που μπορούν να φτάσουν έως και τα 2 εκατ. ευρώ.
Στα τέλη Μαΐου 2025, κατά την παρουσίαση στο Υπουργικό Συμβούλιο της Νέας Ανεξάρτητης Αρχής Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, ο Υπουργός Ανάπτυξης, Τάκης Θεοδωρικάκος, είχε αναφέρει ότι η κυβέρνηση προχωρά στην «απαγόρευση της συρρίκνωσης προϊόντων (shrinkflation)».
Περίπου εννέα μήνες αργότερα, η σχετική διάταξη εντάσσεται στο πολυνομοσχέδιο του Υπουργείου Ανάπτυξης, το οποίο τέθηκε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση στις 26 Φεβρουαρίου. Συγκεκριμένα πρόκειται για το νομοσχέδιο με τίτλο «Απλούστευση του πλαισίου άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων του ν. 4442/2016 – Ορισμός αρχών για την εφαρμογή του πλαισίου εποπτείας οικονομικών δραστηριοτήτων και αγοράς προϊόντων του ν. 4512/2018 – Ρυθμίσεις για την προστασία των γεωγραφικών ενδείξεων για χειροτεχνικά και βιομηχανικά προϊόντα και λήψη αναγκαίων μέτρων για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) 2023/2411 – Ενίσχυση της αναπτυξιακής δραστηριότητας και των στρατηγικών επενδύσεων – Απλοποίηση του θεσμικού πλαισίου για το υπαίθριο εμπόριο και λοιπές διατάξεις». Πίσω από τον μακροσκελή τίτλο, κρύβεται μία από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις στην αγορά λιανικής των τελευταίων ετών με ξεκάθαρο στόχο η μείωση της ποσότητας χωρίς αντίστοιχη μείωση της τιμής να μην περνά πλέον απαρατήρητη.
Υποχρεωτική ειδική σήμανση για δύο μήνες
Η ρύθμιση προβλέπει ότι τα προσυσκευασμένα προϊόντα, των οποίων η ποσότητα μειώνεται χωρίς αντίστοιχη μείωση τιμής, έτσι ώστε η νέα τιμή μονάδας να είναι υψηλότερη από την προηγούμενη, θα πρέπει να φέρουν ειδική επισήμανση.
Η επισήμανση αυτή θα διατηρείται για τουλάχιστον δύο μήνες από τη διάθεση του προϊόντος με μειωμένη ποσότητα στην αγορά και για τουλάχιστον δύο μήνες από τη διάθεσή του από κάθε επιχείρηση λιανικού εμπορίου (σούπερ μάρκετ) ξεχωριστά. Με άλλα λόγια, κάθε αλυσίδα ή κατάστημα θα έχει αυτοτελή υποχρέωση να διατηρεί τη σήμανση για το προβλεπόμενο διάστημα.
Υπόχρεες για την τοποθέτηση και τη διατήρηση της ειδικής επισήμανσης είναι οι επιχειρήσεις λιανικού εμπορίου. Ωστόσο, το κόστος κατασκευής και διατήρησης της σήμανσης θα το αναλαμβάνουν εξ ολοκλήρου οι επιχειρήσεις που παράγουν το προϊόν ή το εισάγουν στην ελληνική αγορά, οι προμηθευτές με άλλα λόγια. Όπως φαίνεται η εν λόγω διάταξη επιχειρεί να ισορροπήσει την ευθύνη μεταξύ παραγωγού και λιανεμπορίου, χωρίς να αφήνει περιθώρια μετακύλισης του κόστους στον καταναλωτή.
Η νέα Αρχή και τα «βαριά» πρόστιμα
Αρμόδια για τη λήψη καταγγελιών και τη διαπίστωση παραβάσεων σχετικά με την επισήμανση ορίζεται η Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή. Η Αρχή θα έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, σωρευτικά ή διαζευκτικά, κυρώσεις.
Οι κυρώσεις ξεκινούν από σύσταση για παύση της παράνομης πρακτικής και συμμόρφωση εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Φτάνουν όμως έως και την επιβολή προστίμου από 5.000 ευρώ έως 2 εκατ. ευρώ, συνοδευόμενο από ανακοίνωση της επωνυμίας του παραβάτη και του επιβληθέντος προστίμου, σύμφωνα με τις προβλέψεις του νόμου για την προστασία του καταναλωτή.
Όπως έχουν δείξει και τα πρόστιμα που έχουν επιβληθεί τα τελευταία χρόνια σε επιχειρήσεις για παραβίαση του πλαφόν κερδοφορίας, η δημοσιοποίηση του ονόματος κάποιου που κρίνεται ως παραβάτης. , σε μια αγορά που βασίζεται στη φήμη και την εμπιστοσύνη, δεν είναι δευτερεύον μέτρο. Για μεγάλες εταιρείες τροφίμων ή πολυεθνικά brands, η ζημιά στην εικόνα μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη από το ίδιο το πρόστιμο.
Οι λεπτομέρειες αναμένονται
Στο νομοσχέδιο σημειώνεται πως με απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης θα καθοριστούν οι λεπτομέρειες: το είδος, το περιεχόμενο και το μέγεθος της επισήμανσης, η διαδικασία ελέγχου, η κλιμάκωση των προστίμων και κάθε τεχνική παράμετρος εφαρμογής. Εκεί θα κριθεί και το κατά πόσο το μέτρο θα είναι πρακτικά εφαρμόσιμο ή θα δημιουργήσει πρόσθετη γραφειοκρατία.
Ένα φαινόμενο που έχει ήδη εδραιωθεί
Η παρέμβαση δεν έρχεται χωρίς λόγο. Το shrinkflation έχει λάβει σημαντικές διαστάσεις στην ελληνική αγορά, ιδίως σε βασικές κατηγορίες όπως τρόφιμα, απορρυπαντικά και προϊόντα καθημερινής χρήσης. Χαρακτηριστικό είναι πως σύμφωνα με την πέμπτη έρευνα «EY Future Consumer Index Ελλάδα» της EY Ελλάδος, που δημοσιεύθηκε στα τέλη του 2025, τέσσερις στους πέντε καταναλωτές στη χώρα μας (79%) έχουν παρατηρήσει ότι κάποια brands έχουν μειώσει το μέγεθος συσκευασίας τους, ενώ οι τιμές παρέμειναν ίδιες ή και αυξήθηκαν. Το εύρημα αυτό αποτυπώνει μια διάχυτη αίσθηση αδικίας, σε μια περίοδο που τα νοικοκυριά πιέζονται από το κόστος ζωής.
Για την κυβέρνηση, η ειδική επισήμανση έχει στόχο να λειτουργήσει ως εργαλείο διαφάνειας. Για τις επιχειρήσεις, αποτελεί ένα νέο πεδίο συμμόρφωσης και δυνητικού ρίσκου και προφανώς μια ακόμη αιτία αύξησης του διαχειριστικού και λειτουργικού κόστους. Όσον αφορά τους καταναλωτές, ίσως είναι η πρώτη φορά που θα μπορούν να βλέπουν καθαρά στο ράφι ότι ένα προϊόν «μίκρυνε» χωρίς να φθηνύνει.
Το αν το μέτρο θα περιορίσει ουσιαστικά το φαινόμενο ή απλώς θα το καταγράψει, μένει να φανεί στην πράξη. Το βέβαιο είναι ότι το shrinkflation περνά πλέον από τη γκρίζα ζώνη της εμπορικής πρακτικής στο πεδίο της θεσμικής επιτήρησης, με τίμημα που μπορεί να φτάσει τα 2 εκατ. ευρώ.