Διαχειρίσιμες παραμένουν έως σήμερα οι επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή για τον Διεθνή Αερολιμένα Αθηνών, με την επιβατική κίνηση να διατηρεί θετικό πρόσημο, παρά τη μικρότερη δυναμική σε σχέση με το ξεκίνημα της χρονιάς.
Αυτό ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος του ΔΑΑ, Γιώργος Καλλιμασιάς, σε τηλεδιάσκεψη με αναλυτές — την πρώτη από την ανάληψη των καθηκόντων του — επισημαίνοντας ότι η διοίκηση διατηρεί τον στόχο για μονοψήφια ανάπτυξη το 2026 και συνεχίζει απρόσκοπτα το επενδυτικό πρόγραμμα επέκτασης του αεροδρομίου.
Οι επιπτώσεις από τη Μέση Ανατολή
Όπως εξήγησε ο νέος CEO του ΔΑΑ, η αύξηση της επιβατικής κίνησης τον Μάρτιο εκτιμάται ότι θα κινηθεί γύρω στο 5%, χαμηλότερα από το +10,8% που καταγράφηκε το πρώτο δίμηνο του 2026. Παρά τη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, το πρόσημο παραμένει θετικό, στοιχείο που αποτυπώνει τη συνεχιζόμενη ζήτηση για ταξίδια.
Η επιβατική κίνηση που συνδέεται με τη Μέση Ανατολή και τις περιοχές που επηρεάζονται από τη γεωπολιτική ένταση αντιστοιχεί περίπου στο 7,5% του συνόλου, γεγονός που — σύμφωνα με τη διοίκηση — δεν αναμένεται να αποδειχθεί καθοριστικό για τη συνολική πορεία. Ο κ. Καλλιμασιάς σημείωσε ότι η ζήτηση παραμένει υποστηρικτική, ενώ ήδη παρατηρείται μερική επαναφορά δρομολογίων από χώρες του Κόλπου, όπως το Ισραήλ, η Ιορδανία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Παρά τις ακυρώσεις και τη μείωση πτήσεων προς τις πληττόμενες περιοχές, η διοίκηση θεωρεί εφικτή τη διατήρηση χαμηλού μονοψήφιου ρυθμού ανάπτυξης στην επιβατική κίνηση. Ωστόσο, μεγαλύτερη επίδραση ενδέχεται να υπάρξει στα μη αεροπορικά έσοδα, καθώς οι επιβάτες από το Ισραήλ και τις χώρες του Κόλπου θεωρούνται υψηλής καταναλωτικής δυναμικής.
Αναφορικά με τις εμπορικές δραστηριότητες εντός του αεροδρομίου, οι οποίες επηρεάζονται και από το επενδυτικό πλάνο επέκτασης — με τον αντίκτυπο να εκτιμάται μεγαλύτερος την περίοδο 2028-2030 — η διευθύντρια Οικονομικών Υπηρεσιών του ΔΑΑ, Νάντια Ξηρογιάννη, εμφανίστηκε καθησυχαστική, εκτιμώντας ότι οι απώλειες θα καλυφθούν.
Στο μέτωπο των αεροπορικών καυσίμων, ο κ. Καλλιμασιάς χαρακτήρισε επαρκή τα διαθέσιμα αποθέματα, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα διαθέτει παραγωγή κηροζίνης μέσω των διυλιστηρίων, καθώς και στρατηγικά αποθέματα τόσο στο αεροδρόμιο όσο και στις εγκαταστάσεις παραγωγής. Παρόλα αυτά, διευκρίνισε ότι ενδεχόμενη κρίση σε πανευρωπαϊκό ή διεθνές επίπεδο θα μπορούσε να επηρεάσει και την ελληνική αγορά.
Συνεχίζεται το επενδυτικό πλάνο
Παρά τις γεωπολιτικές προκλήσεις, η διοίκηση του ΔΑΑ διατηρεί ως βασική προτεραιότητα την υλοποίηση του επενδυτικού προγράμματος ύψους 1,3 δισ. ευρώ. Όπως ανέφεραν τα στελέχη της εταιρείας, έχουν ήδη εξασφαλιστεί οι απαραίτητοι πόροι για τη χρηματοδότηση του έργου έως τη διετία 2028-2029, μέσω δανεισμού αλλά και του προγράμματος επανεπένδυσης μερίσματος (Scrip Dividend), διασφαλίζοντας τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Αν και το ακριβές χρονοδιάγραμμα θα αποσαφηνιστεί το δεύτερο εξάμηνο του έτους, στόχος είναι η υλοποίηση του 50% του συνολικού επενδυτικού προγράμματος έως το 2028 και του υπόλοιπου έως το 2030.
Ήδη από τον Ιούλιο του 2025 βρίσκονται σε εξέλιξη εργασίες για την κατασκευή πολυώροφου χώρου στάθμευσης και νέας περιοχής στάθμευσης αεροσκαφών στο βορειοδυτικό τμήμα του αεροδρομίου, με ολοκλήρωση στα μέσα του 2027. Το νέο επταώροφο parking θα διαθέτει περίπου 3.365 θέσεις και κατασκευάζεται στη θέση του πρώην χώρου στάθμευσης μικρής διάρκειας P1. Παράλληλα, ο νέος χώρος στάθμευσης αεροσκαφών θα περιλαμβάνει 32 θέσεις τύπου Code C, νέο σταθμό εξυπηρέτησης, τροχοδρόμους και δύο γέφυρες για οχήματα υποστήριξης.
Ταυτόχρονα προχωρά η διεθνής διαγωνιστική διαδικασία για την επέκταση του Κύριου και του Δορυφορικού Αεροσταθμού, με την ανάθεση της σύμβασης μελέτης και κατασκευής να αναμένεται στο δεύτερο εξάμηνο του 2026. Το έργο προβλέπει αύξηση της συνολικής επιφάνειας των αεροσταθμών κατά περίπου 150.000 τετραγωνικά μέτρα, δηλαδή κατά 68% σε σχέση με τους υφιστάμενους χώρους.
Παράλληλα έχει ολοκληρωθεί η μελέτη για νέο κτίριο VIP, επιφάνειας περίπου 600 τ.μ., καθώς και για τις σχετικές υποδομές στάθμευσης αεροσκαφών. Ο χώρος θα εξυπηρετεί αρχηγούς κρατών και κυβερνητικά στελέχη, αναβαθμίζοντας σημαντικά τις υφιστάμενες εγκαταστάσεις, ενώ η ολοκλήρωσή του τοποθετείται χρονικά εντός του 2027.