Ο σχεδιασμός για τη στήριξη της ελληνικής βιομηχανίας απέναντι στο υψηλό ενεργειακό κόστος εισέρχεται σε κρίσιμη φάση, καθώς η κυβέρνηση προετοιμάζεται για τις πρώτες επίσημες ανακοινώσεις, την ώρα που οι διαπραγματεύσεις με τις ευρωπαϊκές αρχές παραμένουν ανοιχτές και καθοριστικές.
Σύμφωνα με υψηλόβαθμα στελέχη του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το πλαίσιο των μέτρων θα παρουσιαστεί το προσεχές διάστημα, ωστόσο το τελικό σχήμα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη στάση της Κομισιόν και από το εύρος των παρεμβάσεων που θα εγκριθούν.
Στην καρδιά των συζητήσεων βρίσκεται η προσπάθεια διεύρυνσης της αποζημίωσης που ήδη προβλέπεται μέσω υφιστάμενων ευρωπαϊκών εργαλείων και κυρίως μέσω του μηχανισμού αντιστάθμισης των έμμεσων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Το υπουργείο θεωρεί ότι αυτό αποτελεί τη βασική και ασφαλέστερη βάση για ένα νέο πακέτο στήριξης, καθώς, αν εξασφαλιστεί μεγαλύτερος «δημοσιονομικός χώρος» από τον συγκεκριμένο μηχανισμό, θα μπορεί να συνδυαστεί με πρόσθετες παρεμβάσεις, ώστε να επιτευχθεί ουσιαστική ελάφρυνση για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις. Συμπληρωματικά εξετάζεται και η αξιοποίηση πόρων από το ευρωπαϊκό Ταμείο Εκσυγχρονισμού, ώστε να ενισχυθεί περαιτέρω το τελικό αποτέλεσμα.
Το σενάριο αυτό θεωρείται σήμερα το επικρατέστερο, με το λεγόμενο «ιταλικό μοντέλο» να παραμένει στο τραπέζι ως εναλλακτική λύση. Η ενεργοποίησή του, σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, θα γίνει μόνο εφόσον οι συνομιλίες με τις Βρυξέλλες δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα. Την ίδια στιγμή, στελέχη του ΥΠΕΝ εκφράζουν την ανησυχία ότι η εφαρμογή του ιταλικού μοντέλου, χωρίς την έγκριση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, θα μπορούσε να οδηγήσει σχεδόν με βεβαιότητα στην εκκίνηση διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Ελλάδας, ακόμη και αν δεν υπάρξει επίσημη κοινοποίηση στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού.
Ο μηχανισμός αντιστάθμισης έμμεσων εκπομπών αφορά τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκτίθενται σε σοβαρό κίνδυνο «διαρροής άνθρακα», εξαιτίας του κόστους των δικαιωμάτων CO₂ που ενσωματώνεται στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας.
Μέσω του μηχανισμού καλύπτεται μέρος αυτού του κόστους, ώστε να περιορίζεται η απώλεια ανταγωνιστικότητας έναντι βιομηχανιών εκτός ΕΕ. Ωστόσο, για την περίοδο 2026–2030, οι νέες κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής οδηγούν σε αισθητή μείωση των αποζημιώσεων, με τις απώλειες για την Ελλάδα να εκτιμώνται σε περίπου 17 εκατ. ευρώ ετησίως. Για τον λόγο αυτό, το ΥΠΕΝ επιδιώκει όχι μόνο να αποτρέψει αυτή τη συρρίκνωση, αλλά και να αυξήσει τα ποσά σε σχέση με τα επίπεδα που ίσχυαν έως το 2025.
Καθοριστικό ρόλο στον υπολογισμό των αποζημιώσεων παίζει ο εθνικός συντελεστής εκπομπών, ο οποίος αποτυπώνει το ανθρακικό αποτύπωμα του ενεργειακού μίγματος κάθε χώρας. Όσο υψηλότερος είναι ο συντελεστής, τόσο μεγαλύτερο θεωρείται το έμμεσο κόστος CO₂ και, κατά συνέπεια, τόσο υψηλότερες είναι οι αποζημιώσεις.
Παράλληλα, το νέο ευρωπαϊκό Πλαίσιο για τις Κρατικές Ενισχύσεις για Καθαρή Βιομηχανία (CISAF) έχει τεθεί εκτός του βασικού σχεδιασμού, καθώς, σύμφωνα με την Κομισιόν, οι ενισχύσεις του θα πρέπει να υπολογίζονται σωρευτικά με την αντιστάθμιση ρύπων. Αυτό, στην περίπτωση της Ελλάδας, θα οδηγούσε σε υπέρβαση των ανώτατων ορίων κρατικής στήριξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ιταλικό μοντέλο διατηρείται κυρίως ως διαπραγματευτικό χαρτί, με στόχο να ενισχύσει τη θέση της κυβέρνησης στις συνομιλίες με τις Βρυξέλλες. Αν τελικά ενεργοποιηθεί, θα εφαρμοστεί χωρίς κοινοποίηση στη DG Comp, γεγονός που, σύμφωνα με πηγές του ΥΠΕΝ, θα προκαλέσει την άμεση εμπλοκή της Επιτροπής, όπως είχε ήδη συμβεί το περασμένο καλοκαίρι, όταν οι Βρυξέλλες απηύθυναν προειδοποιητικά μηνύματα με αφορμή δημοσιεύματα για σχέδιο στα πρότυπα της Ιταλίας.
Από την πλευρά της βιομηχανίας, ωστόσο, εκφράζονται διαφορετικές απόψεις. Εκπρόσωποί της υποστηρίζουν ότι το ιταλικό μοντέλο δεν συνιστά κρατική ενίσχυση και ότι εξαρχής ήταν λάθος η επιλογή της κυβέρνησης να προσφύγει σε διαβουλεύσεις με τη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού, η οποία –όπως λένε– αντιμετωπίζει τέτοιες πρωτοβουλίες με αυστηρότητα.
Επισημαίνουν επίσης ότι οι ενστάσεις της Κομισιόν διατυπώνονται μόνο ανεπίσημα, χωρίς να υπάρχει κάποιο επίσημο έγγραφο που να απορρίπτει τη συγκεκριμένη λύση. Σε κάθε περίπτωση, τονίζουν ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι να «ξεκλειδώσει» άμεσα η στήριξη, καθώς άλλες ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόζουν ήδη τα δικά τους σχήματα, με αποτέλεσμα η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας να υποχωρεί όσο οι διαπραγματεύσεις παρατείνονται.