Την σημασία της βιωσιμότητας ως βασικού άξονα ανάπτυξης ανέπτυξαν οι εκπρόσωποι της επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής κοινότητας στην συζήτηση με θέμα «Οικοσύστημα Βιωσιμότητας: Η απάντηση στη μακροζωία της οικονομίας και της κοινωνίας», που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του «11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών, 2026».
Η πρόεδρος και διευθύνουσα σύμβουλος των UNI-PHARMA και InterMed, Ιούλια Τσέτη, υπογράμμισε ότι η βιωσιμότητα αποτελεί πλέον βασικό κριτήριο για τον κλάδο των βιοεπιστημών, συνδεδεμένο άμεσα με τη δημόσια υγεία και την ποιότητα ζωής. Όπως ανέφερε, η «οικονομία της μακροζωίας» βασίζεται σε καινοτόμα φάρμακα και παρεμβάσεις στη γενετική και την κυτταρική δομή, που απαιτούν υψηλής κατάρτισης ανθρώπινο δυναμικό. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη στήριξης των νέων επιστημόνων ώστε να παραμείνουν στη χώρα και να συμβάλουν στην ανάπτυξη και υπογράμμισε το καλό επίπεδο των δημόσιων πανεπιστημίων.
Αναφερόμενη στην εμπειρία της πανδημίας, σημείωσε ότι, ενώ στο επίκεντρο βρέθηκαν οι πρώτες ύλες για την βιομηχανία και διαμορφώθηκε μια στρατηγική, σήμερα η Ευρωπαϊκή Ένωση αλλάζει προτεραιότητες δίνοντας αυξημένη σημασία, λόγω εξελίξεων, στην άμυνα. Ωστόσο, σημείωσε η ίδια, απαιτείται συνέπεια και συνέχεια στη στρατηγική. Υπογράμμισε επίσης ότι οι εργαζόμενοι αποτελούν τον βασικό σύμμαχο κάθε επιχείρησης, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως εργαλείο και όχι ως υποκατάστατο του ανθρώπου. Όπως είπε, η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της ρομποτικής καθιστά αναγκαίο έναν διαρκή διάλογο για τους κανόνες εφαρμογής της, με βάση την ηθική και την ενσυναίσθηση.
Από την πλευρά της, η πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του CSR Hellas, Αλεξάνδρα Πάλη, επισήμανε ότι οι επιχειρήσεις δοκιμάζονται σε ένα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ωστόσο η υπεύθυνη κατανάλωση και τα κριτήρια ESG επιβραβεύουν όσες προσαρμόζονται. Τόνισε ότι στην Ελλάδα κυριαρχούν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της οικονομίας και χρειάζονται στήριξη από θεσμούς, περιφέρεια και Ευρωπαϊκή Ένωση, κυρίως μέσω κατάρτισης και χρηματοδότησης.
Όπως ανέφερε, η υιοθέτηση κοινών πρακτικών στην εφοδιαστική αλυσίδα ενισχύει την ανθεκτικότητα της οικονομίας, προειδοποιώντας ότι όσες επιχειρήσεις δεν συμμορφωθούν με τα νέα δεδομένα κινδυνεύουν να μείνουν εκτός. Παράλληλα, σημείωσε ότι η ευθύνη των επιχειρήσεων εκτείνεται πέρα από την έδρα τους, καθώς οι γεωπολιτικοί κίνδυνοι, η πρόσβαση σε πόρους και οι κανόνες διακυβέρνησης επηρεάζουν συνολικά τη λειτουργία τους.
Η κ. Πάλη αναφέρθηκε επίσης στις διαφοροποιήσεις μεταξύ αγορών, επισημαίνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εφαρμόζει αυστηρότερο πλαίσιο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ωστόσο τα κριτήρια βιωσιμότητας είναι απαραίτητα για τη δραστηριοποίηση σε οποιαδήποτε αγορά. Όσον αφορά την τεχνητή νοημοσύνη, τόνισε ότι αποτελεί ήδη μέρος της καθημερινότητας των επιχειρήσεων, με διαφορετικές εφαρμογές ανά κλάδο, διευκρινίζοντας ότι δεν θα αντικαταστήσει τον ανθρώπινο παράγοντα, αλλά θα συμβάλει στην απλούστευση διαδικασιών.
Ο καθηγητής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανδρέας Παπανδρέου, ανέφερε ότι η έννοια της βιωσιμότητας, αν και εμφανίστηκε ήδη από τον 18ο αιώνα, εξελίχθηκε από όραμα σε τάση και εργαλείο, για να καταλήξει σήμερα σε μια αναγκαία ολιστική προσέγγιση. Όπως εξήγησε, στο παρελθόν η έμφαση δινόταν στο ΑΕΠ, παραμελώντας κοινωνικές διαστάσεις της ευημερίας, ενώ πλέον η τεχνολογική πρόοδος επιτρέπει την καλύτερη μέτρηση και διαχείριση των επιπτώσεων.
Αναφερόμενος στην Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία, σημείωσε ότι μπορεί να λειτουργήσει τόσο ως βάρος όσο και ως μοχλός ανάπτυξης, ανάλογα με τον σχεδιασμό της. Υπογράμμισε ότι η ενεργειακή μετάβαση που απαιτείται σήμερα είναι πρωτόγνωρη, καθώς για πρώτη φορά καλείται να καθοριστεί κυρίως από την πολιτική και όχι από την αγορά, γεγονός που συνεπάγεται κόστος. Παράλληλα, επεσήμανε ότι, παρά το χαμηλό κόστος της ηλιακής ενέργειας, εξακολουθούν να λείπουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί υποστήριξης για να αξιοποιηθεί καλύτερα.
Όπως είπε, η Κίνα πρωτοπορεί σε μορφές καθαρής ενέργειας, ενώ η μετάβαση μπορεί να αποτελέσει μοχλό ανταγωνιστικότητας, εφόσον συνδυαστεί με επενδύσεις και συντονισμό. Κατέληξε ότι το μεγαλύτερο ρίσκο για επιχειρήσεις και κοινωνία είναι η μη επένδυση στη βιωσιμότητα, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα ολιστικό ζήτημα που περιλαμβάνει και γεωπολιτικές παραμέτρους. Ως παράδειγμα ανέφερε τον κλάδο της ναυτιλίας, όπου αναπτύσσονται συνεργασίες για την επίτευξη πράσινων διαδρομών και καυσίμων μηδενικών εκπομπών, παρά το υψηλό κόστος.