Το ενδεχόμενο επιβολής ενός νέου πανευρωπαϊκού φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών επιχειρήσεων καλείται να εξετάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με φόντο την αναταραχή στις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις επιπτώσεις του πολέμου με το Ιράν στην τροφοδοσία και στις τιμές των καυσίμων.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει του χειμώνα, καθώς οι αυξήσεις στο ενεργειακό κόστος δημιουργούν πρόσθετες επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους χρηματοδότησης μέτρων στήριξης, χωρίς να επιβαρύνουν περαιτέρω τους ήδη πιεσμένους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Μέτωπο έξι χωρών για τη φορολόγηση των υπερκερδών
Σύμφωνα με το Bloomberg, Γερμανία, Πορτογαλία, Ισπανία, Αυστρία, Ιταλία και Πολωνία έχουν ζητήσει από τις Βρυξέλλες να διερευνήσουν τη δυνατότητα επιβολής έκτακτης εισφοράς στα κέρδη των ενεργειακών εταιρειών.
Το σκεπτικό της πρότασης είναι ότι ένα μέρος των πρόσθετων εσόδων που αποκομίζουν επιχειρήσεις του κλάδου σε περιόδους έντονης ανόδου των τιμών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί για την ανακούφιση των καταναλωτών.
Χαρακτηριστική είναι η τοποθέτηση του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, ο οποίος επισήμανε ότι, ενώ οι εταιρείες πετρελαίου και διύλισης επωφελούνται από τις συνθήκες που διαμορφώνει η κρίση, το οικονομικό βάρος μεταφέρεται στους πολίτες.
Η παρέμβαση των έξι χωρών επαναφέρει στο ευρωπαϊκό προσκήνιο ένα εργαλείο που είχε χρησιμοποιηθεί κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση, όταν οι υψηλές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου είχαν οδηγήσει στην υιοθέτηση έκτακτων παρεμβάσεων στην αγορά.
Οι επιφυλάξεις της Κομισιόν και το προηγούμενο των 50 δισ. ευρώ
Παρά τις πιέσεις, η προοπτική ενός ενιαίου ευρωπαϊκού μηχανισμού φορολόγησης δεν συγκεντρώνει την υποστήριξη όλων των αρμόδιων επιτρόπων.
Ο επίτροπος για το Κλίμα, Βόπκε Χούκστρα, εμφανίστηκε επιφυλακτικός, επισημαίνοντας τις δυσκολίες που μπορεί να προκύψουν τόσο στην εφαρμογή όσο και στην απόδοση ενός τέτοιου μέτρου.
Υπενθύμισε, μάλιστα, την εμπειρία από το ανώτατο όριο εσόδων που είχε επιβληθεί σε ηλεκτροπαραγωγούς κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Παρότι οι αρχικές εκτιμήσεις έκαναν λόγο για έσοδα της τάξης των 50 δισ. ευρώ, τα ποσά που τελικά συγκεντρώθηκαν ήταν σημαντικά χαμηλότερα, ενώ η εφαρμογή του μέτρου συνοδεύτηκε από νομικές προσφυγές.
Το προηγούμενο αυτό ενισχύει τον προβληματισμό για το κατά πόσο μια νέα οριζόντια παρέμβαση θα μπορούσε να αποδώσει τα αναμενόμενα δημοσιονομικά οφέλη, χωρίς να προκαλέσει πρόσθετες στρεβλώσεις ή δικαστικές εκκρεμότητες.
Διαφορετική γραμμή από τον επίτροπο Ενέργειας
Ακόμη πιο ξεκάθαρη ήταν η τοποθέτηση του επιτρόπου Ενέργειας, Νταν Γιόργκενσεν, ο οποίος εξέφρασε την αντίθεσή του στην υιοθέτηση μιας ενιαίας λύσης σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Κατά την άποψή του, η επιλογή και η εφαρμογή τέτοιων φορολογικών παρεμβάσεων θα πρέπει να παραμείνουν στην αρμοδιότητα των κρατών-μελών, ώστε κάθε κυβέρνηση να μπορεί να αποφασίζει με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της εγχώριας ενεργειακής αγοράς.
Η διαφωνία αναδεικνύει ένα ευρύτερο δίλημμα για την Ευρώπη: κατά πόσο η αντιμετώπιση μιας ενεργειακής κρίσης απαιτεί κοινά εργαλεία παρέμβασης ή εθνικά μέτρα, προσαρμοσμένα στις ανάγκες και στις δημοσιονομικές δυνατότητες κάθε χώρας.
Το δίλημμα ενόψει της Συνόδου Κορυφής
Το ζήτημα αναμένεται να τεθεί και στην επικείμενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ στις Βρυξέλλες, όπου οι Ευρωπαίοι ηγέτες θα κληθούν να εξετάσουν τις δυνατότητες περιορισμού των επιπτώσεων της ενεργειακής ακρίβειας.
Προς το παρόν, η επιβολή πανευρωπαϊκού φόρου παραμένει πρόταση υπό αξιολόγηση και όχι ειλημμένη απόφαση. Ανοιχτά παραμένουν τόσο το ενδεχόμενο υιοθέτησής της όσο και ο τρόπος υπολογισμού και αξιοποίησης των πιθανών εσόδων.
Το βασικό ζητούμενο για τις Βρυξέλλες είναι να βρεθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των καταναλωτών, τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και την ανάγκη αποφυγής νέων δημοσιονομικών επιβαρύνσεων.
Με τις τιμές της ενέργειας να αποτελούν ξανά πηγή ανησυχίας, η συζήτηση για τα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων αναμένεται να εξελιχθεί σε ένα ακόμη δύσκολο πεδίο διαπραγμάτευσης μεταξύ των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.