Γράφει ο Χρήστος Δημόπουλος
Στην εισαγωγή της έκθεσης FWD, οι ερευνητές τονίζουν ότι η ωρίμανση του οικοσυστήματος δεν περιορίζεται στην αύξηση των διαθέσιμων κεφαλαίων. Αντιθέτως, καταδεικνύει τη συγκλίνουσα συνεργασία πανεπιστημίων, ερευνητικών φορέων, μεγάλων εταιρειών, θεσμικών οργανισμών και venture capitals, σε μια νέα φάση όπου η καινοτομία καθίσταται στρατηγική επιλογή για τη χώρα. Η άνοδος της deep tech, της τεχνητής νοημοσύνης και άλλων τεχνολογικά εντατικών κλάδων συνδυάζεται με την αξιοποίηση της ακαδημαϊκής έρευνας και τη συμβολή της ελληνικής διασποράς, δημιουργώντας ένα πιο σύνθετο, διασυνδεδεμένο και δυναμικό οικοσύστημα.

Η ελληνική συγκυρία το 2025
Το ελληνικό οικοσύστημα του 2025 χαρακτηρίζεται από γεγονότα που υπογραμμίζουν τη διεθνή του αναγνώριση και την ωρίμανση του. Η Panathēnea, η εμβληματική εθνική εκδήλωση για startups, προσέλκυσε πάνω από τρεις χιλιάδες συμμετέχοντες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Η εκδήλωση αυτή λειτουργεί ως σημείο συνάντησης επιχειρηματιών, επενδυτών, πανεπιστημίων και εταιρικών εταίρων, αναδεικνύοντας τη συνεργασία των φορέων του οικοσυστήματος και ενισχύοντας τη διεθνή φήμη της χώρας.
Για πρώτη φορά, στην Αθήνα, πραγματοποιήθηκε το Tech Tour Investor Summit, το οποίο συγκέντρωσε κρατικά επενδυτικά ταμεία, διαχειριστές fund-of-funds, ιδιώτες επενδυτές και venture capital από την Ευρώπη και τις αναδυόμενες αγορές. Η εκδήλωση αυτή έθεσε τη χώρα στο χάρτη ως περιφερειακό κόμβο καινοτομίας και πύλη σύνδεσης ανάμεσα στην Ευρώπη και τις αναδυόμενες αγορές, επιβεβαιώνοντας τον ενισχυόμενο ρόλο της Ελλάδας στο διεθνές οικοσύστημα.
Περισσότερα κεφάλαια, ισχυρότερη βάση deep-tech
Η δυναμική των κεφαλαίων υπογραμμίζεται από τον σχεδόν τριπλασιασμό των ενεργών venture capital κεφαλαίων σε σχέση με το προηγούμενο έτος, γεγονός που αντικατοπτρίζει την αυξημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών και την ύπαρξη ενός υποστηρικτικού πλαισίου δημόσιων πολιτικών. Ταυτόχρονα, τα γραφεία μεταφοράς τεχνολογίας και οι θερμοκοιτίδες που λειτουργούν εντός πανεπιστημίων εισέρχονται σε νέα φάση ανάπτυξης, υποστηριζόμενα από χρηματοδοτικά προγράμματα που διευκολύνουν την εμπορική αξιοποίηση της έρευνας και την ίδρυση επιχειρήσεων deep-tech.
Με την υποστήριξη ενός νέου τετραετούς χρηματοδοτικού προγράμματος από το Υπουργείο Ανάπτυξης, οι δομές αυτές είναι πλέον καλύτερα εξοπλισμένες, για να διευκολύνουν την εμπορική αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων και τη δημιουργία επιχειρήσεων deep-tech.
Για το Uni.Fund, η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη δική του πορεία. Μέσω του Uni.Fund I, το ταμείο ξεκίνησε πολύ νωρίς να επενδύει στον χώρο της deep-tech και της έρευνας, σε μια περίοδο κατά την οποία ελάχιστοι φορείς στην Ευρώπη εστίαζαν ουσιαστικά στη διασύνδεση ακαδημαϊκής γνώσης και επιχειρηματικότητας. Σήμερα, παρατηρείται μια ραγδαία αυξανόμενη ευρωπαϊκή δυναμική σε αυτόν τον τομέα, ο οποίος απαιτεί μια εξειδικευμένη, ενεργή επενδυτική προσέγγιση, προκειμένου να συμπληρωθεί η συχνά περιορισμένη επιχειρηματική εμπειρία βασικών μηχανικών και ερευνητών.
Παρά τις προκλήσεις, ο συγκεκριμένος χώρος προσφέρει υψηλό βαθμό τεχνολογικής προστασίας και διατηρήσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα, τα οποία πλέον μεταφράζονται σε ισχυρότερες προοπτικές εξόδου. Το Uni.Fund εκτιμά ότι τα αποτελέσματα αυτά θα αρχίσουν να αποτυπώνονται σύντομα και στο ίδιο του το χαρτοφυλάκιο.
Περισσότερες και καλύτερες startups
Οι ταχείες αυτές εξελίξεις εγείρουν εύλογα το ερώτημα κατά πόσο το εγχώριο οικοσύστημα μπορεί να παράγει επαρκή αριθμό νεοφυών επιχειρήσεων, ώστε να απορροφήσει τη νέα διαθεσιμότητα κεφαλαίων, δηλαδή εάν υφίσταται επαρκής ροή επενδυτικών ευκαιριών (deal flow) για τη στήριξη αυτής της επέκτασης. Αν και ενδέχεται να παρουσιαστεί πρόσκαιρα σχετική έλλειψη, μια σειρά ενθαρρυντικών ενδείξεων καταδεικνύουν ότι ο «αγωγός» νέων εγχειρημάτων ενισχύεται σταθερά. Οι νεότερες γενιές εισέρχονται στην επιχειρηματικότητα σε ολοένα και μικρότερη ηλικία, συχνά ήδη κατά τη διάρκεια των σπουδών τους, φέρνοντας νέες ιδέες και διεθνείς οπτικές. Η ποιότητα των ομάδων που συμμετέχουν σε διαγωνισμούς νεοφυούς επιχειρηματικότητας είναι υψηλότερη από ποτέ, με ιδρυτές πιο τεχνολογικά καταρτισμένους, με επιχειρηματική αντίληψη και διεθνή προσανατολισμό. Παράλληλα, ερευνητές και πανεπιστημιακοί υψηλού επιπέδου εμπλέκονται πλέον ουσιαστικά στη διαδικασία εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας, γεγονός που συνιστά σημαντική μετατόπιση σε σχέση με το παρελθόν, όταν η σχετική προσέγγιση ήταν περιορισμένη. Επιπλέον, μεγάλες επιχειρήσεις αναζητούν ενεργά συνεργασίες με startups, όχι πλέον στο πλαίσιο δράσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης ή πολιτικών ανθρώπινου δυναμικού, αλλά ως βασικό στοιχείο των στρατηγικών καινοτομίας και ψηφιακού μετασχηματισμού τους.
Η Ελλάδα στους δείκτες καινοτομίας
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Ανταγωνιστικότητας του IMD για το 2025, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 50ή θέση παγκοσμίως, παρουσιάζοντας αξιοσημείωτη πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαετία.
Η πορεία της καινοτομίας στην Ελλάδα
Αν και οι επιδόσεις στην οικονομική απόδοση, την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και την επιχειρηματική αποδοτικότητα παραμένουν σχετικά χαμηλές (53η θέση), οι υποδομές καταγράφουν σαφώς καλύτερη επίδοση (40ή θέση), αντανακλώντας επενδύσεις σε ψηφιακά και φυσικά δίκτυα που αποτελούν προϋπόθεση για την ανάπτυξη καινοτομικών δραστηριοτήτων. Στο θεωρητικό πλαίσιο των εθνικών συστημάτων καινοτομίας, οι υποδομές αυτές λειτουργούν ως συμπληρωματικό κεφάλαιο που ενισχύει την παραγωγικότητα της γνώσης και μειώνει τα κόστη συναλλαγών.
Σε επίπεδο καινοτομικής επίδοσης, η Ελλάδα κατέγραψε βαθμολογία 75,8 στον Ευρωπαϊκό Πίνακα Αποτελεσμάτων Καινοτομίας το 2025, με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ανέρχεται στο 100. Παρότι η επίδοση αυτή αντιπροσωπεύει μια ελαφρά υποχώρηση σε σχέση με το 2024 (85,9), παραμένει σημαντικά βελτιωμένη σε σύγκριση με το 2018, με σωρευτική άνοδο 15,3 μονάδων.
Το οικοσύστημα νεοφυών επιχειρήσεων αποτελεί έναν από τους πλέον δυναμικούς πυλώνες αυτής της μετάβασης. Το 2025, η Ελλάδα κατατάχθηκε στην 47η θέση παγκοσμίως στον Δείκτη Παγκόσμιων Οικοσυστημάτων Startups της StartupBlink, σημειώνοντας άνοδο δύο θέσεων σε σχέση με το προηγούμενο έτος και καταγράφοντας ετήσια ανάπτυξη 12%, με κύριους μοχλούς τα οικοσυστήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.
Η χώρα συγκαταλέγεται πλέον στις είκοσι κορυφαίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα αυτό, γεγονός που επιβεβαιώνει την αυξανόμενη διεθνή αναγνωρισιμότητα του ελληνικού startup οικοσυστήματος.
Η άνοδος της deep tech και των scale-ups
Το 2025 είναι η χρονιά κατά την οποία παρατηρείται η σταδιακή ανάδυση μιας κρίσιμης μάζας scale-ups, νεοφυών επιχειρήσεων που ιδρύθηκαν την προηγούμενη δεκαετία και χρηματοδοτήθηκαν κυρίως μέσω του EquiFund I. Αυτές οι επιχειρήσεις επεκτείνονται διεθνώς είτε μέσω μεγάλων χρηματοδοτικών γύρων είτε μέσω βιώσιμης οργανικής ανάπτυξης και προετοιμάζονται για εξόδους, μέσω εξαγορών ή εισαγωγών σε χρηματιστήρια. Οι τομείς στους οποίους συγκεντρώνεται η δραστηριότητα περιλαμβάνουν τη deep tech, την τεχνητή νοημοσύνη, την υγεία και την ενέργεια, κλάδους που απαιτούν υψηλή τεχνολογική γνώση και προσφέρουν διατηρήσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα.
Η σημαντική αύξηση των scale-ups, τριπλάσια σε σχέση με το 2018, αποδεικνύει τη σταδιακή ωρίμανση του οικοσυστήματος και την ικανότητά του να δημιουργεί βιώσιμες επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας. Οι εταιρείες αυτές δεν περιορίζονται στην ανάπτυξή τους· συμβάλλουν στη διάχυση τεχνολογίας και γνώσης, ενισχύουν τις αλυσίδες αξίας και δημιουργούν θετικές προοπτικές για την ελληνική οικονομία.
Multiplier effect και η συμβολή της ελληνικής διασποράς
Ένας από τους πιο σημαντικούς μηχανισμούς ενίσχυσης του οικοσυστήματος είναι το λεγόμενο «multiplier effect». Η επιτυχία των πρώτων επιχειρηματιών δημιουργεί αλυσιδωτές επιδράσεις, καθώς οι ιδρυτές επανεπενδύουν κεφάλαια, χρόνο και εμπειρία σε νέες προσπάθειες, λειτουργώντας ως μέντορες ή στρατηγικοί συνεργάτες. Η διαδικασία αυτή ενισχύει τη συλλογική γνώση και βοηθά στη διαμόρφωση μιας κουλτούρας αποδοχής επιχειρηματικού ρίσκου, στοιχείο ιστορικά περιορισμένο στην Ελλάδα.
Η ελληνική διασπορά διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στη διεθνοποίηση του οικοσυστήματος. Η ύπαρξη εκατοντάδων νεοφυών επιχειρήσεων με Έλληνες ιδρυτές στο εξωτερικό, με συνολικές αποτιμήσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ το μέγεθος της εγχώριας αγοράς, μετατρέπει το παραδοσιακό brain drain σε κύκλωμα κυκλοφορίας ταλέντου και γνώσης. Οι Έλληνες επιχειρηματίες και επιστήμονες που δραστηριοποιούνται διεθνώς μεταφέρουν βέλτιστες πρακτικές, προσελκύουν κεφάλαια και δημιουργούν στρατηγικές συνεργασίες, ενισχύοντας τη θέση της Ελλάδας στο παγκόσμιο δίκτυο καινοτομίας.
Χρηματοδότηση και τομεακή διαφοροποίηση
Η συνολική δημοσιοποιημένη χρηματοδότηση του ελληνικού οικοσυστήματος για το 2025 ανήλθε στα 732,2 εκατομμύρια ευρώ, επικεντρωμένη κυρίως σε Series B και Series C γύρους, γεγονός που υποδηλώνει την ωρίμανση του οικοσυστήματος και την ικανότητά του να υποστηρίζει επιχειρήσεις σε προχωρημένα στάδια ανάπτυξης.
Η κατανομή ανά τομέα αναδεικνύει σαφείς τάσεις. Η τεχνητή νοημοσύνη (AI) κυριάρχησε ως ο πλέον χρηματοδοτούμενος κλάδος, ενώ οι SaaS, HealthTech, FinTech και Cybersecurity διατήρησαν την πρωτοκαθεδρία τους. Το DeepTech και IoT παρουσίασαν σημαντική ενίσχυση, αντικατοπτρίζοντας την αυξανόμενη ζήτηση για προηγμένες τεχνολογικές υποδομές και σύνθετα συστήματα δεδομένων. Το MaritimeTech και το MedTech ανέβηκαν στην κορυφαία δεκάδα, ενώ ο κλάδος της Άμυνας άρχισε να αναγνωρίζεται ως αυτόνομος, αναδεικνύοντας νέες τάσεις στην ελληνική καινοτομία.
Μεγάλες συμφωνίες και νέες χρηματοδοτικές δομές
Η Spotawheel αποτέλεσε το πιο εμβληματικό παράδειγμα, συγκεντρώνοντας 300 εκατομμύρια ευρώ μέσω μεικτού γύρου Series C και Venture Debt. Η χρήση του Venture Debt λειτούργησε ως συμπληρωματικό εργαλείο για την επιμήκυνση του runway και τη διατήρηση της μετοχικής θέσης των founders, δείχνοντας ότι ελληνικές εταιρείες πλέον μπορούν να διεκδικήσουν χρηματοδότηση αντίστοιχη με ώριμες ευρωπαϊκές αγορές.
Εκτός της Spotawheel, που συγκέντρωσε 300 εκατομμύρια ευρώ σε χρηματοδότηση, η συνολική δυναμική της αγοράς ενισχύθηκε και από αξιοσημείωτες συμφωνίες, όπως εκείνη της Stiq ύψους 35 εκατομμυρίων ευρώ που ανέδειξε την άνοδο του AI-enabled FoodTech, καθώς και οι χρηματοδοτήσεις της Natech στα 28 εκατομμύρια ευρώ και της Plum στα 17 εκατομμύρια ευρώ, που υπογράμμισαν την ενίσχυση της FinTech και των ψηφιακών χρηματοπιστωτικών υποδομών.
Ειδικότερα, ακολούθησε η Numan που δραστηριοποιείται στο Health Tech και μάζεψε 52 εκατομμύρια ευρώ, ενώ τρίτη ήταν η Huspy Holdings που κινείται στο PropTech με 48,41 εκατομμύρια ευρώ. Την πεντάδα κλείνουν η Stiq που δραστηριοποιείται στο FoodTech, έχοντας συγκεντρώσει 35 εκατομμύρια ευρώ και η Achira που αποτελεί τη μοναδική παρουσία από το DeepTech που μάζεψε 31,4 εκατομμύρια ευρώ.
Για πρώτη φορά, καταγράφεται επίσης η παρουσία τριών fintech με τη Natech να συγκεντρώνει 28,14 εκατομμύρια ευρώ, την Plum με 17,37 εκατομμύρια ευρώ και την Belvo Technologies που μάζεψε 12,97 εκατομμύρια ευρώ. Τα 12,13 εκατομμύρια ευρώ που συγκέντρωσε η Delian Allaince έφερε για πρώτη φορά τον κλάδο της Άμυνας στις χρηματοδοτήσεις της καινοτομίας, ενώ η Nodes&Links εκπροσωπεί την παρουσία της τεχνητής νοημοσύνης στην κορυφαία δεκάδα, έχοντας συγκεντρώσει 10,88 εκατομμύρια ευρώ.
Από την αύξηση των exits στη δημιουργία αξίας
Παρά τα ρεκόρ χρηματοδότησης του 2025, το ελληνικό οικοσύστημα startups εξακολουθεί να αναζητά τα μεγάλα exits που θα σηματοδοτήσουν το επόμενο στάδιο ωρίμασής του. Σύμφωνα με την έρευνα FWD Greece: Innovation Pulse 2025 - 2026, καταγράφηκαν συνολικά οκτώ exits, ο υψηλότερος αριθμός των τελευταίων ετών, γεγονός που υποδηλώνει τη μεγαλύτερη ετοιμότητα των ελληνικών επιχειρήσεων για εξαγορές και συγχωνεύσεις.
Μεταξύ αυτών, η Transifex σημείωσε δεύτερο exit: μετά την εξαγορά της από την PARC το 2022, επανεξαγοράστηκε το 2025 από την XTM International. Στον τομέα του DeepTech, η Earth Science Analytics πούλησε το 80,5% των μετοχών της έναντι περίπου 16 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ η Squaredev κατέγραψε μερικό exit (51%) αξίας 1,1 εκατομμυρίου ευρώ. Άλλα νέα exits περιλαμβάνουν την εξαγορά της CompassAir από τη SEDNA, της Cyberscope από την TAC Security, της Flexfin από την Alpha Bank, της jamjar.gr από την Art & Hobby και της Payment Components από την ACI Worldwide.
Προοπτικές ωρίμανσης το 2026 - 2027
Παρά την αύξηση στον αριθμό των εξαγορών, τα μεγάλα deals εξακολουθούν να λείπουν, κάτι που υποδηλώνει ότι το οικοσύστημα χρειάζεται ακόμη χρόνο και ώριμες επιχειρήσεις, για να δημιουργήσει εξόδους υψηλής αξίας. Η ανάλυση της έκθεσης δείχνει ότι κανένα από τα exits του 2025 δεν είχε ελληνικό fund στο μετοχικό του σχήμα, υπογραμμίζοντας τη διεθνοποίηση της χρηματοδοτικής υποστήριξης και την αυξανόμενη εμπιστοσύνη των ξένων επενδυτών.
Σύμφωνα με τον Φίλιππο Ζακόπουλο, Managing Partner του Found.ation, οι Έλληνες founders τα τελευταία χρόνια δείχνουν λιγότερη βιασύνη να πουλήσουν, προτιμώντας να αναπτύξουν περαιτέρω τις επιχειρήσεις τους και να δημιουργήσουν εταιρείες με διεθνή εμβέλεια. Αυτό αντικατοπτρίζει μια σημαντική αλλαγή κουλτούρας, καθώς οι ιδρυτές στρέφονται πλέον σε στρατηγική ανάπτυξη και όχι σε γρήγορα κέρδη από εξαγορές.
Η αγορά παρέχει τον απαραίτητο χρόνο και υποστήριξη μέσα από bridging rounds, επιτρέποντας στις startups να διατηρήσουν τη δυναμική τους και να προετοιμαστούν για μεγαλύτερες και πιο στρατηγικές εξόδους. Παράλληλα, όπως τόνισε ο Δημήτρης Καλαβρός - Γουσίου, συνιδρυτής του Found.ation, η περιορισμένη δραστηριότητα εξαγορών δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με τη συνολική ωρίμανση της ευρωπαϊκής αγοράς.
Προοπτικές μεγάλων εξόδων τη διετία 2026 - 2027
Η προοπτική της επόμενης διετίας (2026 - 2027) δείχνει αυξημένο αριθμό exits, καθώς τα funds του EquiFund, που αποτέλεσαν κινητήριο δύναμη της προηγούμενης επενδυτικής περιόδου, πλησιάζουν στην ολοκλήρωση των κύκλων τους και ξεκινά η φάση αποεπένδυσης. Αυτό αναμένεται να δώσει ώθηση στα μεγάλα exits, ενώ τα ελληνικά funds δείχνουν σταθερότητα και ικανότητα να διαχειριστούν αποτελεσματικά τα κεφάλαια των θεσμικών και ιδιωτών επενδυτών τους.
Η απουσία μεγάλων exits δεν σημαίνει αποτυχία. Αντιθέτως, το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί συνεχίζει να «ρολάρει» μέσα στο οικοσύστημα, ενισχύοντας την ωρίμανσή του και προετοιμάζοντας το έδαφος για μεγαλύτερες και πιο σημαντικές συναλλαγές στο μέλλον. Το 2024, είχαν καταγραφεί μόλις δύο exits, ωστόσο η αξία τους ήταν εξαιρετικά υψηλή, με τη BETA CAE Systems να εξαγοράζεται από την Cadence Design Systems έναντι 1,24 δισεκατομμυρίου δολαρίων, σημειώνοντας το μεγαλύτερο exit στην ιστορία της ελληνικής επιχειρηματικότητας.
Η επόμενη φάση: διεθνοποίηση και βιώσιμη ανάπτυξη
Συμπερασματικά, το ελληνικό οικοσύστημα καινοτομίας και νεοφυών επιχειρήσεων εισέρχεται σε μια νέα, πιο απαιτητική φάση. Οι startups δεν αντιμετωπίζονται πλέον ως αναδυόμενες εταιρείες περιορισμένης κλίμακας, αλλά ως ώριμες μονάδες ικανές να επεκταθούν διεθνώς. Ταυτόχρονα, η διασύνδεση επενδυτών, πανεπιστημίων, μεγάλων επιχειρήσεων και δημόσιων φορέων δημιουργεί ένα περιβάλλον συνεργασίας, στο οποίο η καινοτομία λειτουργεί ως στρατηγικός πυλώνας ανάπτυξης.
Η διεθνοποίηση του οικοσυστήματος ενισχύεται από τη συμμετοχή της ελληνικής διασποράς, την προσέλκυση διεθνών κεφαλαίων και τη συμμετοχή ξένων funds σε ελληνικές startups. Η εμπειρία και οι γνώσεις που μεταφέρονται από τη διασπορά συμβάλλουν στη δημιουργία διεθνών συνεργασιών, ενώ η παρουσία της Ελλάδας σε κορυφαίους ευρωπαϊκούς δείκτες καινοτομίας αποδεικνύει την αναβαθμισμένη της θέση στον διεθνή χάρτη.

Scale-ups, exits και στρατηγική ισχύς
Η ωρίμανση των startups και η ανάδυση των scale-ups διαμορφώνουν τις προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη. Οι νέες γενιές επιχειρηματιών εισέρχονται στην αγορά σε μικρότερη ηλικία, φέρνοντας καινοτόμες ιδέες και διεθνή προσανατολισμό. Παράλληλα, η αυξανόμενη εμπλοκή πανεπιστημιακών και ερευνητών υψηλού επιπέδου στη διαδικασία εμπορικής αξιοποίησης της έρευνας ενισχύει τη σύνδεση της ακαδημαϊκής γνώσης με την επιχειρηματικότητα.
Η επόμενη πρόκληση για το ελληνικό οικοσύστημα αφορά τη μετατροπή της δυναμικής αυτής σε μεγαλύτερα exits, τα οποία θα ενισχύσουν τον αναπτυξιακό κύκλο και θα δημιουργήσουν διατηρήσιμα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Η συνύπαρξη μακροοικονομικής σταθερότητας, αυξημένων επενδυτικών ροών, διαφοροποιημένων τομέων δραστηριότητας και αναδυόμενων scale-ups δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ένα οικοσύστημα που δεν στηρίζεται μόνο στη χρηματοδότηση, αλλά και στη γνώση, την εμπειρία και την τεχνολογική υπεροχή.
Η Ελλάδα, όπως αποτυπώνεται στην έρευνα FWD Greece: Innovation Pulse 2025 -2026, δεν βρίσκεται πλέον σε μια φάση υπόσχεσης, αλλά σε μια φάση πραγματικής ώριμης ανάπτυξης, όπου οι ιδρυτές, οι επενδυτές και οι θεσμικοί φορείς συνδιαμορφώνουν ένα οικοσύστημα έτοιμο να ανταγωνιστεί διεθνώς, με υψηλή τεχνολογική ένταση, επενδυτική ωριμότητα και βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα.