Ένα νέο πλαίσιο για τον χρόνο παραμονής των πληρωμάτων του Πολεμικού Ναυτικού στη θάλασσα, με όριο τις 200 ημέρες ετησίως και σημαντικά αυξημένη οικονομική αποζημίωση για τυχόν υπέρβαση, προωθεί το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Η πρωτοβουλία, που ανακοίνωσε ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας, επιχειρεί να αντιμετωπίσει ένα από τα πλέον απαιτητικά ζητήματα της υπηρεσίας στα πολεμικά πλοία: την ισορροπία ανάμεσα στις αυξημένες επιχειρησιακές ανάγκες και στην προσωπική και οικογενειακή ζωή των στελεχών.
Κατά την ενημέρωση για την τρίτη φάση της νέας δομής των Ενόπλων Δυνάμεων, την Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026, ο υπουργός ξεκαθάρισε ότι στόχος είναι να τεθεί συγκεκριμένο όριο στις ημέρες πλου κάθε στελέχους μέσα στο έτος. Η σχετική πρόταση βρίσκεται υπό επεξεργασία, σε συνεννόηση με το Πολεμικό Ναυτικό, το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας και τους αρχηγούς των Επιτελείων.
«Δεν θα είναι επιτρεπτό στελέχη μας να πλέουν κατά τη διάρκεια του χρόνου, κατά τη διάρκεια των 365 ημερών, άνω των 200 ημερών», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κ. Δένδιας, δίνοντας το στίγμα της αλλαγής που σχεδιάζεται.
Οι επιχειρησιακές ανάγκες παραμένουν πάνω από το όριο
Το όριο των 200 ημερών δεν σημαίνει ότι το Πολεμικό Ναυτικό θα στερηθεί τη δυνατότητα να διατηρεί πλοία στη θάλασσα όταν το απαιτούν οι συνθήκες. Η επιχειρησιακή ετοιμότητα και η εξυπηρέτηση του εθνικού συμφέροντος εξακολουθούν να αποτελούν βασική προτεραιότητα, ιδιαίτερα σε περιόδους αυξημένων απαιτήσεων.
Για τον λόγο αυτό, το σχέδιο προβλέπει ειδική οικονομική μεταχείριση για τα στελέχη που θα χρειαστεί να παραμείνουν εν πλω πέραν του προβλεπόμενου ορίου, εξαιτίας επιχειρησιακών αναγκών.
Ο υπουργός προανήγγειλε ότι η πρόσθετη αποζημίωση θα είναι πολλαπλάσια της σημερινής, επισημαίνοντας ότι δεν θα έχει καμία σχέση με το ποσό που καταβάλλεται σήμερα για κάθε ημέρα παραμονής στο πλοίο έως τη συμπλήρωση των 200 ημερών.
Το ακριβές ύψος της αποζημίωσης, καθώς και οι προϋποθέσεις καταβολής της, δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί. Σύμφωνα με τον κ. Δένδια, οι σχετικές λεπτομέρειες θα αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης και διαπραγμάτευσης με το υπουργείο Οικονομικών.
Στο επίκεντρο η μέριμνα για το προσωπικό
Η σχεδιαζόμενη παρέμβαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια του υπουργείου Εθνικής Άμυνας να βελτιώσει τις συνθήκες υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, αναγνωρίζοντας ότι η επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα συνδέεται άμεσα με την κατάσταση και την αντοχή του προσωπικού.
Για τα πληρώματα των πολεμικών πλοίων, οι παρατεταμένοι πλόες συνεπάγονται σημαντική επιβάρυνση, καθώς περιορίζουν τον χρόνο με την οικογένεια και δυσχεραίνουν τον προγραμματισμό της προσωπικής ζωής. Η θέσπιση ενός ετήσιου ορίου, σε συνδυασμό με αυξημένη αποζημίωση όταν αυτό δεν μπορεί να τηρηθεί, αποσκοπεί στη διαμόρφωση ενός πιο σαφούς πλαισίου για την υπηρεσία στη θάλασσα.
Η τελική μορφή του μέτρου θα εξαρτηθεί από τις αποφάσεις που θα ληφθούν για τον τρόπο εφαρμογής του, αλλά και από τη δημοσιονομική συμφωνία για την πρόσθετη αμοιβή. Σε κάθε περίπτωση, η εξαγγελία φέρνει στο προσκήνιο τη σύνδεση της μέριμνας για το προσωπικό με τη διατήρηση της επιχειρησιακής ισχύος του Πολεμικού Ναυτικού.
Πόσο είναι σήμερα το επίδομα στόλου
Το υφιστάμενο επίδομα στόλου διαφοροποιείται ανάλογα με τον βαθμό, τα καθήκοντα του στελέχους και την κατηγορία του πολεμικού πλοίου. Τα παρακάτω ποσά αφορούν μηνιαίες μικτές αποδοχές και αποτυπώνουν το ισχύον πλαίσιο όπως περιγράφεται στα διαθέσιμα στοιχεία, πριν από οποιαδήποτε νέα ρύθμιση για την υπέρβαση των 200 ημερών.
Για τους πλοιάρχους και αντιπλοιάρχους που εκτελούν καθήκοντα κυβερνήτη, το επίδομα ανέρχεται σε 1.015 ευρώ για την πρώτη κατηγορία πλοίων, σε 862,75 ευρώ για τη δεύτερη και σε 710,50 ευρώ για την τρίτη.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται φρεγάτες, υποβρύχια, ταχέα περιπολικά κατευθυνόμενων βλημάτων και κανονιοφόροι. Στη δεύτερη εντάσσονται αρματαγωγά, πλοία γενικής υποστήριξης, ναρκοθηρευτικά και περιπολικά πλοία, ενώ η τρίτη αφορά πλοία όπως τα ΠΤΜ, ΣΑΠ, Π/Φ, Υ/Φ, Υ/Γ, Υ/Γ Ω/Κ και ΠΑΤ.
Για τους πλωτάρχες που ασκούν καθήκοντα κυβερνήτη, τα αντίστοιχα ποσά διαμορφώνονται σε 765 ευρώ, 650,25 ευρώ και 535,50 ευρώ. Για υποπλοιάρχους, ανθυποπλοιάρχους και σημαιοφόρους που εκτελούν καθήκοντα κυβερνήτη, το επίδομα ανέρχεται σε 600 ευρώ για την πρώτη κατηγορία, 510 ευρώ για τη δεύτερη και 420 ευρώ για την τρίτη.
Για ανώτερους αξιωματικούς που υπηρετούν ως ύπαρχοι ή διευθυντές προώσεως και ενεργείας, δηλαδή Α΄ μηχανικοί, τα μηνιαία ποσά ανέρχονται σε 670 ευρώ, 569,50 ευρώ και 469 ευρώ, ανάλογα με την κατηγορία του πλοίου. Για ανώτερους αξιωματικούς χωρίς τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες, το επίδομα διαμορφώνεται σε 600 ευρώ, 510 ευρώ και 420 ευρώ.
Στην κατηγορία των υποπλοιάρχων και ανθυποπλοιάρχων, τα ποσά ανέρχονται σε 535 ευρώ για την πρώτη κατηγορία πλοίων, 454,75 ευρώ για τη δεύτερη και 374,50 ευρώ για την τρίτη. Για σημαιοφόρους, συμπεριλαμβανομένων των επίκουρων αξιωματικών, καθώς και για ανθυπασπιστές, το επίδομα διαμορφώνεται σε 510 ευρώ, 433,50 ευρώ και 357 ευρώ, αντίστοιχα.
Τι λαμβάνουν υπαξιωματικοί και ΕΠΟΠ
Το επίδομα στόλου διαφοροποιείται και για τα στελέχη των χαμηλότερων βαθμίδων, με τα ποσά να μειώνονται ανάλογα με την κατηγορία του πλοίου.
Οι αρχικελευστές λαμβάνουν 470 ευρώ για την πρώτη κατηγορία, 399,50 ευρώ για τη δεύτερη και 329 ευρώ για την τρίτη. Για τους επικελευστές, τα αντίστοιχα ποσά είναι 440 ευρώ, 374 ευρώ και 308 ευρώ, ενώ για κελευστές και διόπους διαμορφώνονται σε 400 ευρώ, 340 ευρώ και 280 ευρώ.
Για τους Επαγγελματίες Οπλίτες (ΕΠΟΠ) ναύτες και τους Οπλίτες Βραχείας Ανακατάταξης (ΟΒΑ), το μηνιαίο επίδομα ανέρχεται σε 385 ευρώ για την πρώτη κατηγορία πλοίων, 327,25 ευρώ για τη δεύτερη και 269,50 ευρώ για την τρίτη.
Το επόμενο βήμα για τις αποζημιώσεις
Το κρίσιμο ζητούμενο πλέον είναι η εξειδίκευση του νέου πλαισίου: πώς θα υπολογίζονται οι ημέρες πλου, υπό ποιες προϋποθέσεις θα ενεργοποιείται η αυξημένη αποζημίωση και ποιο θα είναι το τελικό ποσό για κάθε επιπλέον ημέρα πέραν του ορίου.
Μέχρι να ολοκληρωθούν οι συζητήσεις με το υπουργείο Οικονομικών και να ανακοινωθούν οι σχετικές αποφάσεις, το όριο των 200 ημερών και η πολλαπλάσια αποζημίωση αποτελούν εξαγγελίες της πολιτικής ηγεσίας και όχι πλήρως εξειδικευμένο σύστημα πληρωμών.
Η ουσία της παρέμβασης είναι, πάντως, σαφής: η διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας του Πολεμικού Ναυτικού πρέπει να συνοδεύεται από ουσιαστικότερη μέριμνα για τους ανθρώπους που υπηρετούν στα πλοία, με σαφέστερα όρια στην επιβάρυνσή τους και καλύτερη οικονομική αναγνώριση όταν οι ανάγκες της υπηρεσίας επιβάλλουν υπέρβαση.