Ο ιδρυτής της εταιρείας παρακολούθησης Intellexa σχεδιάζει να ασκήσει έφεση κατά της καταδίκης του από ελληνικό δικαστήριο για παραβίαση προσωπικών δεδομένων, στο πλαίσιο του σκανδάλου υποκλοπών που συγκλόνισε την Ελλάδα το 2022, όπως δήλωσε στο Reuters την Τρίτη.
Όπως αναφέρει το ειδησεογραφικό πρακτορείο, στις 26 Φεβρουαρίου, ελληνικό δικαστήριο έκρινε ότι ο Ταλ Ντίλιαν της Intellexa και τρία ακόμη άτομα είναι ένοχοι για πλημμεληματικές κατηγορίες και τους επέβαλε ποινές φυλάκισης με αναστολή, εν αναμονή της εκδίκασης της έφεσης.
«Παρέμεινα σιωπηλός κατά τη διάρκεια της δίκης, αλλά δεν θα γίνω αποδιοπομπαίος τράγος», ανέφερε ο Ντίλιαν σε δήλωσή του που εστάλη στο Reuters.
«Πιστεύω ότι μια καταδίκη χωρίς αποδείξεις δεν συνιστά δικαιοσύνη, μπορεί να αποτελεί συγκάλυψη, ακόμη και έγκλημα. Θα προσφύγω σε εθνικούς και διεθνείς θεσμούς, ζητώντας ακόμη και την παρέμβαση του Ειδικού Εισηγητή του ΟΗΕ για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης» είπε.
Ακολούθως το Reuters σημειώνει ότι η υπόθεση, που στην Ελλάδα έχει ονομαστεί «σκάνδαλο Predator», ήρθε στο φως μετά από καταγγελίες ενός οικονομικού δημοσιογράφου και ενός πολιτικού αρχηγού ότι είχαν τεθεί υπό παρακολούθηση μέσω του κακόβουλου λογισμικού Predator, βασικού προϊόντος κατασκοπείας της Intellexa.
Η υπόθεση οδήγησε στην απομάκρυνση του επικεφαλής της ΕΥΠ, καθώς και του επικεφαλής του γραφείου του πρωθυπουργού. Ίχνη του Predator εντοπίστηκαν σε δεκάδες κινητά τηλέφωνα, υπογραμμίζει το ειδησεογραφικό πρακτορείο.
Η κυβέρνηση, η οποία έχει αρνηθεί οποιαδήποτε εμπλοκή, άντεξε το 2023 πρότασης δυσπιστίας που κατατέθηκε για το ζήτημα.
Το 2024, η εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έθεσε στο αρχείο την υπόθεση σε ό,τι αφορά την ΕΥΠ, αλλά παρέπεμψε τέσσερις κατηγορούμενους, μεταξύ των οποίων και τον Ντίλιαν, σε δίκη για πλημμεληματικές κατηγορίες.
Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης δήλωσε νωρίτερα αυτόν τον μήνα ότι οι δικαστικές αρχές χειρίζονται την υπόθεση, επαναλαμβάνοντας ότι το ανώτατο δικαστήριο έχει θέσει στο αρχείο το σκέλος που αφορά την εμπλοκή του κράτους.
Ο Ντίλιαν ανέφερε στη δήλωσή του ότι τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δίκης έρχονται σε αντίθεση με την ανάλυση της εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, ενώ δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να συνδέει τους κατηγορουμένους με τις αναφερόμενες «παρεμβάσεις» της ΕΥΠ.
Έχει επίσης υποστηρίξει στο παρελθόν ότι η τεχνολογία παρακολούθησης πωλείται αποκλειστικά σε κυβερνήσεις και ότι την ευθύνη για τη νόμιμη χρήση της φέρουν οι ίδιες.