Σε μετωπική σύγκρουση εξελίσσεται η αντιπαράθεση μεταξύ της Fraport Greece και της Ryanair μετά την ανακοίνωση της ιρλανδικής αεροπορικής εταιρείας για παύση λειτουργίας της βάσης της στη Θεσσαλονίκη κατά τη χειμερινή περίοδο του 2026, εξέλιξη που αναμένεται να επηρεάσει σημαντικά τη συνδεσιμότητα της Βόρειας Ελλάδας και τη χειμερινή τουριστική κίνηση.
Η Fraport Greece, με επίσημη ανακοίνωσή της, γνωστοποίησε ότι ενημερώθηκε σήμερα για την τελική απόφαση της Ryanair να διακόψει μέρος του χειμερινού πτητικού της έργου στο Αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης «Μακεδονία». Η εταιρεία αφήνει σαφείς αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο έγιναν οι ανακοινώσεις, επισημαίνοντας ότι αυτές πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα και όχι στη Θεσσαλονίκη, η οποία επηρεάζεται άμεσα από τις εξελίξεις.
Παράλληλα, απορρίπτει κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της Ryanair περί υπερβολικών αεροναυτιλιακών χρεώσεων και αυξημένου Τέλους Ανάπτυξης Αεροδρομίων (ADF), κάνοντας λόγο για «απολύτως αβάσιμες και καθ’ ολοκληρία προσχηματικές αιτιάσεις». Σύμφωνα με τη Fraport Greece, οι πραγματικοί λόγοι πίσω από τη μείωση του πτητικού έργου σχετίζονται αποκλειστικά με τον εμπορικό σχεδιασμό, το επιχειρηματικό μοντέλο και την κερδοφορία της Ryanair.
Η διαχειρίστρια εταιρεία του αεροδρομίου υπογραμμίζει ότι εξακολουθεί να θεωρεί τη Ryanair σημαντικό συνεργάτη, όπως και τις υπόλοιπες 40 αεροπορικές εταιρείες που δραστηριοποιούνται σήμερα στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», συνδέοντας τη Θεσσαλονίκη και τη Μακεδονία με 93 προορισμούς σε 33 χώρες.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει και στις επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, σημειώνοντας ότι έχουν διατεθεί περισσότερα από 100 εκατ. ευρώ για την αναβάθμιση και επέκταση των εγκαταστάσεων. Όπως αναφέρει, στα εννέα χρόνια διαχείρισης από τη Fraport Greece, η επιβατική κίνηση έχει αυξηθεί συνολικά κατά 40%, καταγράφοντας ιστορικά ρεκόρ.
Από την πλευρά της, η Ryanair παρουσιάζει μια εντελώς διαφορετική εικόνα, αποδίδοντας την απόφασή της στις υψηλές χρεώσεις των ελληνικών αεροδρομίων και ειδικότερα της Fraport Greece. Η εταιρεία ανακοίνωσε ότι κλείνει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη για τον χειμώνα του 2026, απομακρύνοντας τρία αεροσκάφη συνολικής επένδυσης ύψους 300 εκατ. δολαρίων.
Σύμφωνα με τη Ryanair, η απόφαση θα οδηγήσει σε απώλεια 700.000 επιβατικών θέσεων, μείωση της χωρητικότητας κατά 45% σε σχέση με τον χειμώνα του 2025 και κατάργηση 12 δρομολογίων από και προς ελληνικούς προορισμούς. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται συνδέσεις της Θεσσαλονίκης με Βερολίνο, Φρανκφούρτη-Χαν, Γκέτεμποργκ, Στοκχόλμη, Βενετία-Τρεβίζο και Ζάγκρεμπ, αλλά και πτήσεις Αθήνα–Μιλάνο Μπέργκαμο και Χανιά–Πάφος.
Παράλληλα, η εταιρεία ανακοίνωσε την αναστολή λειτουργίας των βάσεών της στα Χανιά και στο Ηράκλειο κατά τη χαμηλή τουριστική περίοδο, υποστηρίζοντας ότι τα ελληνικά αεροδρόμια έχουν καταστεί μη ανταγωνιστικά τον χειμώνα.
Η Ryanair υποστηρίζει ότι, παρότι η ελληνική κυβέρνηση μείωσε κατά 75% το Τέλος Ανάπτυξης Αεροδρομίων — από 12 σε 3 ευρώ ανά επιβάτη — από τον Νοέμβριο του 2024, η μείωση αυτή δεν μετακυλίστηκε στους επιβάτες. Αντιθέτως, σύμφωνα με την εταιρεία, η Fraport Greece συνέχισε να αυξάνει τις χρεώσεις της, οι οποίες πλέον είναι κατά 66% υψηλότερες σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η αεροπορική εταιρεία τονίζει ότι, εξαιτίας αυτής της πολιτικής, μεταφέρει πλέον τη χωρητικότητά της σε πιο ανταγωνιστικές αγορές, όπως η Αλβανία, η περιφερειακή Ιταλία και η Σουηδία, όπου — όπως αναφέρει — οι μειώσεις φόρων και τελών πέρασαν απευθείας στους επιβάτες.
Ο εμπορικός διευθυντής της Ryanair, Τζέισον ΜακΓκίνες, χαρακτήρισε την εξέλιξη «καταστροφική» για τη Θεσσαλονίκη και την ευρύτερη περιοχή, υποστηρίζοντας ότι η εταιρεία κάλυπτε το 90% της διεθνούς low-cost χωρητικότητας της πόλης κατά τον προηγούμενο χειμώνα. Όπως ανέφερε, η απομάκρυνση των τριών αεροσκαφών και η περικοπή 10 δρομολογίων μόνο από τη Θεσσαλονίκη θα επηρεάσουν άμεσα τους χαμηλούς ναύλους, τον τουρισμό και τη συνολική συνδεσιμότητα της περιοχής.
Την ίδια ώρα, η Ryanair αποκάλυψε ότι έχει ήδη παρουσιάσει στην ελληνική κυβέρνηση σχέδιο ανάπτυξης που προβλέπει αύξηση της επιβατικής κίνησης στην Ελλάδα στα 12 εκατ. επιβάτες ετησίως, προσθήκη 10 νέων αεροσκαφών και δημιουργία 50 νέων δρομολογίων μέσα στην επόμενη πενταετία. Ωστόσο, ξεκαθαρίζει ότι το επενδυτικό αυτό πλάνο μπορεί να προχωρήσει μόνο εάν παγώσουν οι χρεώσεις των αεροδρομίων και εφαρμοστεί πλήρως η μείωση του ADF προς όφελος των επιβατών.
Η υπόθεση αναδεικνύει τη βαθύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη στρατηγική ανάπτυξης των αεροδρομίων και το μοντέλο λειτουργίας των αεροπορικών εταιρειών χαμηλού κόστους, με τη Θεσσαλονίκη να βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης που ενδέχεται να έχει σημαντικές οικονομικές και τουριστικές επιπτώσεις για τη Βόρεια Ελλάδα.