Η προσήλωση στη δημοσιονομική σταθερότητα και η προστασία των αποτελεσμάτων που έχει επιδείξει η ελληνική οικονομία μπορεί να μετατρέψει την ανθεκτικότητα των τελευταίων ετών σε διατηρήσιμη μακροχρόνια ανάπτυξη. Έτσι μπορεί να εξασφαλιστεί ο απαραίτητος δημοσιονομικός χώρος για την αποτελεσματική στήριξη των πιο ευάλωτων νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αυτό επισημαίνεται στη φετινή Φθινοπωρινή Έκθεση του Συμβουλίου.
Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει αξιοσημείωτη δυναμική και ανθεκτικότητα. Παρά τις σοβαρές αναταράξεις του διεθνούς περιβάλλοντος, που έχουν επηρεάσει αρνητικά ακόμη και παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες, η χώρα μας διατηρεί σταθερή αναπτυξιακή πορεία με ρυθμούς μεγέθυνσης γύρω στο 2% κατά μέσο όρο. Το 2025 το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1%, ενώ το Α΄ εξάμηνο του 2026 κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Η Ελλάδα εξακολουθεί έτσι να αναπτύσσεται ταχύτερα από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.
Το ΕΔΣ προβλέπει ρυθμό μεγέθυνσης 1,9% για το 2026 και 2,0% για το 2027.
Η μακροοικονομική πρόοδος αποτυπώνεται και σε άλλους βασικούς δείκτες. Οι επενδύσεις, κύριος μοχλός της ανάπτυξης, αυξήθηκαν κατά 9,0% σε ετήσια βάση το Α΄ εξάμηνο του 2026. Η ανεργία υποχωρεί σταθερά και διαμορφώθηκε στο 7,4% τον Αύγουστο.
Ανάλογη πρόοδος έχει σημειωθεί και στα δημοσιονομικά. Το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ μειώνεται με ταχύ ρυθμό: κατά 9,4 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 και κατά εκτιμώμενες 7,9 μονάδες το 2026. Παράλληλα καταγράφονται σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, με εκτίμηση 3,6% του ΑΕΠ για το 2026 και πρόβλεψη 3,3% για το 2027. Τα αποτελέσματα αυτά επιτυγχάνονται παρά την ταυτόχρονη εφαρμογή μέτρων στήριξης για την ακρίβεια στην ενέργεια, η οποία πλήττει κυρίως τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Ο «ενάρετος» αυτός συνδυασμός δημοσιονομικής σταθερότητας και στήριξης βασίζεται κυρίως στην ανάπτυξη, στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και της θεσμικής αποτελεσματικότητας, που περιόρισε τη φοροδιαφυγή, και στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, που συγκρατεί το κόστος δανεισμού.
Η θετική αυτή εικόνα συνυπάρχει, ωστόσο, με σημαντικές προκλήσεις. Η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και χαμηλή ιδιωτική αποταμίευση. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ελλειμματικό, παρά τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ. Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ υπολείπονται ακόμη του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), και η διατήρηση της δυναμικής τους μετά τη λήξη του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) θα αποτελέσει κρίσιμο ζητούμενο τα επόμενα χρόνια. Η ανεργία, αν και μειώνεται, παραμένει υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης λόγω διαρθρωτικών παραγόντων. Τέλος, οι πληθωριστικές πιέσεις επανήλθαν το 2026, κυρίως λόγω της ενέργειας. Αν οι τιμές της ενέργειας παραμείνουν υψηλές, ο κίνδυνος είναι το κόστος να μετακυλιστεί ευρύτερα στις τιμές και να οδηγήσει σε έναν επίμονο πληθωρισμό.
Το ζητούμενο είναι να διαφυλαχθούν τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί, αλλά και να είναι έτοιμη η χώρα να αντιμετωπίσει νέες πιέσεις και προκλήσεις, όπως η συνεχώς αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα, ο εισαγόμενος πληθωρισμός που πλήττει τα πραγματικά εισοδήματα, το υψηλότερο κόστος δανεισμού διεθνώς, και η λήξη των πόρων από το ΤΑΑ. Στο περιβάλλον αυτό, η δημοσιονομική σταθερότητα, με συγκράτηση της αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών εντός των ορίων του δημοσιονομικού πλαισίου, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής, της εμπιστοσύνης στη χώρα μας, και άρα και της βιωσιμότητας του δημόσιου χρέους.
Μπορείτε να βρείτε την Έκθεση εδώ.