Σημαντική επιβάρυνση καταγράφεται στη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, με τη μέση τιμή του ρεύματος τον Οκτώβριο να διαμορφώνεται έως σήμερα στα 190 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 156 ευρώ τον Σεπτέμβριο. Η αύξηση φτάνει το 21,8%, εντείνοντας την ανησυχία για το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.
Η ανοδική πορεία των τιμών αποτυπώνεται σταδιακά και στα τιμολόγια των προμηθευτών, ενισχύοντας το ενδιαφέρον για τα σταθερά, μπλε τιμολόγια. Για καταναλώσεις μεσαίου και υψηλότερου επιπέδου, τα συγκεκριμένα προγράμματα εμφανίζονται σε αρκετές περιπτώσεις οικονομικότερα από τα κυμαινόμενα, πράσινα τιμολόγια, προσφέροντας παράλληλα μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο μηνιαίο κόστος.
Η πίεση στη χονδρεμπορική αγορά δεν αποτελεί συγκυριακή εξέλιξη. Η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας ακολουθεί ανοδική πορεία τους τελευταίους μήνες, με τον Σεπτέμβριο να κινείται υψηλότερα από τον Αύγουστο, τον Αύγουστο πάνω από τον Ιούλιο και τον Ιούλιο πάνω από τον Ιούνιο. Η διαδοχική αυτή άνοδος επιβαρύνει τους λογαριασμούς και περιορίζει τα περιθώρια εξοικονόμησης για τους καταναλωτές.
Πετρέλαιο και φυσικό αέριο τροφοδοτούν τις ανατιμήσεις
Καθοριστικό ρόλο στις εξελίξεις διαδραματίζει η αύξηση των τιμών στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Το πετρέλαιο τύπου Brent κινείται στα 111 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο περίπου 75% σε σύγκριση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Ακόμη εντονότερη είναι η μεταβολή στην αγορά φυσικού αερίου. Η τιμή του έχει αυξηθεί κατά 222% σε ετήσια βάση, φτάνοντας τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Η εξέλιξη αυτή επηρεάζει άμεσα το κόστος προμήθειας φυσικού αερίου, αλλά έχει παράλληλα επιπτώσεις και στην ηλεκτροπαραγωγή, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί μία από τις βασικές πηγές παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.
Οι διεθνείς ανατιμήσεις δημιουργούν, επομένως, ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας για τη διαμόρφωση των τιμών του ρεύματος και τις χρεώσεις που καλούνται να πληρώσουν οι τελικοί καταναλωτές.
Μεγαλύτερες διαφορές μεταξύ μπλε και πράσινων τιμολογίων
Η διαφοροποίηση μεταξύ σταθερών και κυμαινόμενων προγραμμάτων γίνεται εντονότερη όσο αυξάνεται η μεταβλητότητα στην αγορά. Στα μπλε τιμολόγια, οι χρεώσεις κυμαίνονται από 11,5 έως 16 λεπτά ανά κιλοβατώρα, ενώ στα πράσινα το εύρος είναι αισθητά μεγαλύτερο, από 14,7 έως 27,3 λεπτά ανά κιλοβατώρα.
Τα μπλε προγράμματα διατηρούν σταθερή τη συμφωνημένη τιμή προμήθειας για τη διάρκεια της σύμβασης, διευκολύνοντας τον προγραμματισμό των μηνιαίων δαπανών. Αντίθετα, στα πράσινα τιμολόγια η χρέωση μεταβάλλεται ανά μήνα, ανάλογα με τους όρους του προγράμματος και τις συνθήκες της αγοράς.
Ωστόσο, η επιλογή δεν εξαρτάται αποκλειστικά από το είδος του τιμολογίου. Η τελική επιβάρυνση διαμορφώνεται με βάση την τιμή ανά κιλοβατώρα, το πάγιο, την κατανάλωση και τους επιμέρους όρους κάθε συμβολαίου.
Πότε συμφέρει το σταθερό τιμολόγιο
Οι διαφορές στην τελική χρέωση γίνονται εμφανείς μέσα από παραδείγματα διαφορετικών επιπέδων κατανάλωσης. Για ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 200 κιλοβατώρες τον μήνα, το κόστος με μπλε τιμολόγιο υπολογίζεται στα 55 ευρώ, ενώ με πράσινο στα 51 ευρώ. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το κυμαινόμενο πρόγραμμα εμφανίζεται φθηνότερο κατά 4 ευρώ.
Σε κατανάλωση 300 κιλοβατωρών, η εικόνα αλλάζει. Το κόστος με σταθερό τιμολόγιο διαμορφώνεται στα 67 ευρώ, έναντι 77 ευρώ με πράσινο, δημιουργώντας διαφορά 10 ευρώ υπέρ του μπλε προγράμματος.
Ακόμη μεγαλύτερη γίνεται η απόσταση στις 400 κιλοβατώρες τον μήνα. Το σταθερό τιμολόγιο οδηγεί σε λογαριασμό 82 ευρώ, ενώ το κόστος με κυμαινόμενο ξεπερνά τα 100 ευρώ. Έτσι, όσο αυξάνεται η κατανάλωση, τόσο ενισχύεται, στα συγκεκριμένα παραδείγματα, το οικονομικό πλεονέκτημα του σταθερού προγράμματος.
Η αβεβαιότητα ενισχύει τη στροφή στα μπλε
Η αυξανόμενη μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας στρέφει περισσότερα νοικοκυριά προς τα σταθερά προγράμματα, τα οποία προσφέρουν προστασία από τις μηνιαίες διακυμάνσεις της χρέωσης προμήθειας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας τα μπλε τιμολόγια μπορούν να αποτελέσουν πιο συμφέρουσα επιλογή, ιδιαίτερα για όσους έχουν αυξημένες ανάγκες ηλεκτρικής ενέργειας και επιδιώκουν μεγαλύτερη σταθερότητα στις δαπάνες τους.
Η επιλογή, πάντως, χρειάζεται σύγκριση των πραγματικών χρεώσεων και των όρων κάθε προγράμματος, καθώς ένα σταθερό τιμολόγιο δεν είναι αυτομάτως φθηνότερο σε κάθε επίπεδο κατανάλωσης. Καθοριστικό κριτήριο παραμένει το συνολικό κόστος που προκύπτει από την τιμή προμήθειας, το πάγιο και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού.