Ανεστάλη τελικά η σχεδιαζόμενη αλλαγή στο καθεστώς πληρωμών με αντικαταβολή, η οποία θα καταργούσε τη δυνατότητα εξόφλησης με μετρητά στις παραδόσεις δεμάτων, επιβάλλοντας τη χρήση κάρτας ή άλλου ηλεκτρονικού μέσου πληρωμής. Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών αποφάσισε να μην εντάξει τις σχετικές διατάξεις στο πολυνομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, μετά τις αντιδράσεις που προκάλεσε η προωθούμενη ρύθμιση.
Με την εξέλιξη αυτή, οι καταναλωτές διατηρούν τη δυνατότητα να πληρώνουν με μετρητά κατά την παραλαβή των ηλεκτρονικών παραγγελιών τους, εφόσον η αξία της συναλλαγής είναι μικρότερη των 500 ευρώ και το ηλεκτρονικό κατάστημα προσφέρει την επιλογή της αντικαταβολής. Παράλληλα, δεν προχωρά στην παρούσα φάση ούτε η πρόβλεψη για αυστηρές κυρώσεις σε βάρος των εταιρειών ταχυμεταφορών που θα εισέπρατταν μετρητά κατά παράβαση της σχεδιαζόμενης απαγόρευσης.
Η απόσυρση των διατάξεων διατηρεί το υφιστάμενο καθεστώς στις ηλεκτρονικές αγορές, όπου η αντικαταβολή εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική επιλογή για τους καταναλωτές. Παρά τη διεύρυνση της χρήσης καρτών και ψηφιακών πληρωμών, μεγάλο μέρος των αγοραστών εξακολουθεί να προτιμά να εξοφλεί την παραγγελία του όταν παραλαμβάνει το προϊόν.
Η αντικαταβολή διατηρεί ισχυρή θέση στις ηλεκτρονικές αγορές
Σύμφωνα με στοιχεία που αποδίδονται στις εταιρείες ταχυμεταφορών, περισσότερες από τέσσερις στις δέκα ηλεκτρονικές αγορές πραγματοποιούνται με αντικαταβολή, ενώ η ετήσια αξία των συγκεκριμένων συναλλαγών υπολογίζεται μεταξύ 3 και 5 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το 70%-75% των αντικαταβολών εξοφλείται σε μετρητά. Το ποσοστό αυτό αποτυπώνει τη διατήρηση της προτίμησης για πληρωμή κατά την παράδοση, παρά την αυξανόμενη διείσδυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην καθημερινότητα των καταναλωτών.
Η δυνατότητα πληρωμής με μετρητά κατά την παραλαβή λειτουργεί, παράλληλα, ως εναλλακτική για όσους δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν κάρτα ή άλλο ηλεκτρονικό μέσο. Η κατάργησή της θα άλλαζε ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιείται σημαντικό μέρος των ηλεκτρονικών αγορών, επηρεάζοντας τόσο τους αγοραστές όσο και τις επιχειρήσεις του κλάδου των ταχυμεταφορών.
Τι ισχύει για τις πληρωμές με αντικαταβολή
Μετά την απόσυρση των επίμαχων διατάξεων, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι υφιστάμενοι κανόνες για τις πληρωμές στις ηλεκτρονικές αγορές. Η δυνατότητα εξόφλησης με μετρητά ή ηλεκτρονικά εξαρτάται από την αξία της συναλλαγής και τις διαθέσιμες επιλογές του ηλεκτρονικού καταστήματος.
Για συναλλαγές αξίας μικρότερης των 500 ευρώ, η πληρωμή με μετρητά επιτρέπεται, εφόσον παρέχεται η δυνατότητα αντικαταβολής. Αντίθετα, όταν η συνολική αξία της συναλλαγής ανέρχεται σε 500 ευρώ ή περισσότερο, η εξόφληση πρέπει να πραγματοποιείται με κάρτα ή άλλο επιτρεπόμενο ηλεκτρονικό μέσο πληρωμής.
Έτσι, ένας καταναλωτής που παραγγέλνει ρούχα αξίας 80 ευρώ ή μια ηλεκτρική συσκευή αξίας 250 ευρώ μπορεί να εξοφλήσει την παραγγελία του με μετρητά κατά την παράδοση, εφόσον το κατάστημα προσφέρει αντικαταβολή. Αντίθετα, για την αγορά ενός κινητού τηλεφώνου αξίας 600 ευρώ απαιτείται ηλεκτρονική πληρωμή.
Εκτός και τα πρόστιμα για τις εταιρείες courier
Η απόσυρση του σχεδίου αφορά και τις κυρώσεις που επρόκειτο να επιβληθούν στις εταιρείες ταχυμεταφορών για την είσπραξη αντικαταβολών σε μετρητά. Η αρχική πρόβλεψη όριζε πρόστιμο ίσο με το διπλάσιο της αξίας της συναλλαγής για κάθε παράβαση.
Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό, για μια αντικαταβολή 100 ευρώ η εταιρεία courier θα μπορούσε να βρεθεί αντιμέτωπη με πρόστιμο 200 ευρώ, ακόμη και αν η αμοιβή της για τη μεταφορά και την παράδοση του δέματος ήταν πολύ μικρότερη.
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη είχε προκαλέσει προβληματισμό στον κλάδο, καθώς θα δημιουργούσε σημαντική οικονομική έκθεση για τις εταιρείες σε περίπτωση παραβάσεων. Με την εξαίρεση των σχετικών διατάξεων από το πολυνομοσχέδιο, δεν προχωρούν ούτε η σχεδιαζόμενη απαγόρευση της πληρωμής με μετρητά στις αντικαταβολές ούτε το αντίστοιχο πλαίσιο προστίμων.
Για την ώρα, επομένως, οι καταναλωτές εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν την αντικαταβολή με μετρητά στις συναλλαγές που επιτρέπεται, ενώ το υφιστάμενο καθεστώς παραμένει σε ισχύ.