Τη δημοσιονομική αξιοπιστία ως στρατηγικό πλεονέκτημα της Ευρώπης, σε μια περίοδο αυξημένων πιέσεων στις αγορές ομολόγων και υψηλότερου κόστους δανεισμού, ανέδειξε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup Κυριάκος Πιερρακάκης, σε συζήτηση με το Atlantic Council στην Μπανγκόκ, στο περιθώριο της Ετήσιας Συνόδου του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
«Η δημοσιονομική αξιοπιστία είναι εθνική ισχύς και αποτελεί στρατηγικό πόρο», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η μέση απόδοση των δεκαετών ομολόγων στην Ευρώπη έχει αυξηθεί από 1,1% το 2016 σε 4% σήμερα, ενώ το μέσο δημοσιονομικό έλλειμμα έχει υπερδιπλασιαστεί, από 1,7% σε 3,5%.
Όπως σημείωσε, οι αγορές παρακολουθούν στενά τη δημοσιονομική πορεία των χωρών, σε ένα περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών και ενεργειακών κινδύνων και υψηλότερων αναγκών για επενδύσεις στην Τεχνητή Νοημοσύνη.
Αναφερόμενος στην Ελλάδα, ο κ. Πιερρακάκης εκτίμησε ότι η οικονομία μπορεί να διατηρήσει ρυθμό ανάπτυξης άνω του 2% και μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, με βασικούς μοχλούς τις ιδιωτικές επενδύσεις και τις εξαγωγές.
Υπογράμμισε ότι η χώρα έχει πλέον μεγαλύτερη αξιοπιστία στις αγορές, έπειτα από μια δεκαετία δημοσιονομικής προσαρμογής και μεταρρυθμίσεων, ενώ η μείωση του δημόσιου χρέους και η βελτίωση των δημοσιονομικών επιδόσεων ενισχύουν τη δυνατότητα αντιμετώπισης μελλοντικών κρίσεων.
Παράλληλα, έθεσε ως ζητούμενο τη διατήρηση της μεταρρυθμιστικής δυναμικής και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, ώστε η ανάπτυξη να μην εξαρτάται αποκλειστικά από τους ευρωπαϊκούς πόρους.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, υπογράμμισε την ανάγκη επιτάχυνσης των μεταρρυθμίσεων στις κεφαλαιαγορές και την Τραπεζική Ένωση, άρσης των εμποδίων στις διασυνοριακές χρηματοδοτήσεις και διοχέτευσης περισσότερων ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων σε παραγωγικές επενδύσεις.
Στις προτεραιότητες περιέλαβε επίσης την ενοποίηση της αγοράς ενέργειας και την ενίσχυση των τεχνολογικών επενδύσεων, προκειμένου η Ευρώπη να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της.