Σε νέα επίπεδα-ρεκόρ κινείται η τιμή του ντίζελ στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς το κόστος του καυσίμου ξεπέρασε για πρώτη φορά το όριο των 6,50 δολαρίων ανά γαλόνι. Η άνοδος αποδίδεται στις αναταράξεις που έχουν προκαλέσει στις διεθνείς αγορές ενέργειας οι πολεμικές συγκρούσεις και οι περιορισμοί στην παγκόσμια προσφορά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της American Automobile Association (AAA), η μέση λιανική τιμή του ντίζελ σε εθνικό επίπεδο διαμορφώθηκε στα 6,505 δολάρια το γαλόνι. Μόνο από την έναρξη του Σεπτεμβρίου η τιμή έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 87 σεντς, καταγράφοντας διαδοχικές ημερήσιες αυξήσεις και ξεπερνώντας το προηγούμενο ιστορικό υψηλό του 2022.
Η άνοδος των τιμών συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τη συρρίκνωση της διαθέσιμης ποσότητας ντίζελ στις διεθνείς αγορές.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, οι επιπτώσεις του πολέμου ΗΠΑ-Ιράν έχουν περιορίσει τις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ, μιας από τις σημαντικότερες θαλάσσιες οδούς για τη διακίνηση πετρελαίου και ενεργειακών προϊόντων.
Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές αργού από την περιοχή δεν έχουν επιστρέψει στα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τον πόλεμο. Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τις ποσότητες πετρελαίου που μπορούν να διοχετευθούν στα διυλιστήρια και, κατ’ επέκταση, την παραγωγή καυσίμων.
Πρόσθετη πίεση στην αγορά ασκεί η Ρωσία, η οποία έχει επιβάλει περιορισμούς στις περισσότερες εξαγωγές ντίζελ και εξετάζει τη διατήρησή τους έως και τον Οκτώβριο. Στο μεταξύ, οι ουκρανικές επιθέσεις με drones συνεχίζουν να προκαλούν προβλήματα στη λειτουργία ρωσικών διυλιστηρίων.
Μάλιστα, το διυλιστήριο της Μόσχας αποτέλεσε στόχο επίθεσης το Σαββατοκύριακο, στο πλαίσιο μιας από τις μεγαλύτερες νυχτερινές επιδρομές με drones που έχουν πραγματοποιηθεί στη Ρωσία μέσα στο 2026.
Το κόστος περνά σε μεταφορές, παραγωγή και θέρμανση
Παρότι το ντίζελ δεν αποτελεί το βασικό καύσιμο για τα περισσότερα επιβατικά αυτοκίνητα στις ΗΠΑ, η σημασία του για την αμερικανική οικονομία είναι ιδιαίτερα μεγάλη.
Χρησιμοποιείται ευρέως στις οδικές μεταφορές, στα φορτηγά και τα αγροτικά μηχανήματα, αλλά και σε πλοία, τρένα και ηλεκτροπαραγωγές μονάδες. Παράλληλα, αποτελεί βασικό καύσιμο για τη θέρμανση κατοικιών σε ορισμένες περιοχές της χώρας.
Ως αποτέλεσμα, μια παρατεταμένη άνοδος του κόστους του ντίζελ μπορεί να μεταφερθεί σε ένα ευρύ φάσμα προϊόντων και υπηρεσιών, αυξάνοντας το κόστος μεταφοράς και παραγωγής.
Η εξέλιξη αποκτά παράλληλα πολιτική διάσταση ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ. Οι υψηλές τιμές του καυσίμου ενδέχεται να αυξήσουν την πίεση προς την κυβέρνηση και το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα σε αγροτικές πολιτείες, όπως η Αϊόβα, αλλά και σε περιοχές όπου η θέρμανση με πετρέλαιο χρησιμοποιείται ευρέως, όπως το Μέιν.
Ωστόσο, σε πραγματικούς όρους και μετά την προσαρμογή για τον πληθωρισμό, οι σημερινές τιμές εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα επίπεδα του 2022, σύμφωνα με το Institute for Progress.
Εξετάζεται περιορισμός των εξαγωγών
Η εκτίναξη των τιμών έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το ενδεχόμενο περιορισμού των αμερικανικών εξαγωγών καυσίμων.
Η λογική πίσω από ένα τέτοιο μέτρο είναι η αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων στην εγχώρια αγορά, ώστε να περιοριστούν οι πιέσεις στις τιμές. Ωστόσο, η συγκεκριμένη προσέγγιση δεν έχει τη στήριξη όλων των αξιωματούχων της κυβέρνησης.
Ο υπουργός Εσωτερικών Νταγκ Μπέργκαμ, ο οποίος έχει αναλάβει την ηγεσία του Εθνικού Συμβουλίου Ενεργειακής Κυριαρχίας του προέδρου, έχει υποστηρίξει ότι μια απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών δεν θα οδηγούσε κατ’ ανάγκη σε χαμηλότερες τιμές για τους Αμερικανούς καταναλωτές.
Νέα πρόκληση για τη Fed
Η άνοδος του κόστους της ενέργειας δημιουργεί ένα ακόμη πρόβλημα για τη Federal Reserve, καθώς ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις σε μια περίοδο κατά την οποία η κεντρική τράπεζα παρακολουθεί στενά την πορεία των τιμών.
Η Fed προχώρησε την περασμένη εβδομάδα σε αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, την πρώτη τέτοια κίνηση από το 2023. Ο πρόεδρος της Fed της Μινεάπολης, Νιλ Κασκάρι, δήλωσε το Σαββατοκύριακο ότι ο πληθωρισμός εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα και ότι οι πιέσεις δεν περιορίζονται πλέον αποκλειστικά στην αύξηση του ενεργειακού κόστους.
Στο μεταξύ, η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι τιμές του ντίζελ ενδέχεται να παραμείνουν σε ανοδική τροχιά, όσο η παγκόσμια αγορά αντιμετωπίζει περιορισμούς στην προσφορά.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αβεβαιότητα στις αγορές ενέργειας, καθώς οι επενδυτές καλούνται να αξιολογήσουν τόσο τη διάρκεια των γεωπολιτικών αναταράξεων όσο και τον αντίκτυπό τους στον πληθωρισμό και στη νομισματική πολιτική των ΗΠΑ.