Ανθεκτικότερη από όσο αρχικά αναμενόταν αποδεικνύεται η παγκόσμια οικονομία απέναντι στο ισχυρό ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να εκτιμά ότι η ανάπτυξη μπορεί να κινηθεί φέτος κοντά στο 3%. Πίσω από αυτή τη συγκρατημένα αισιόδοξη εικόνα, ωστόσο, συσσωρεύονται κίνδυνοι που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τις ισορροπίες τους επόμενους μήνες.
Η παρατεταμένη πολεμική σύγκρουση με επίκεντρο το Ιράν, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, η ανάγκη αναπλήρωσης των ενεργειακών αποθεμάτων πριν από τον χειμώνα, οι νέες πληθωριστικές πιέσεις και ένα παγκόσμιο δημόσιο χρέος που έχει φθάσει πλέον σχεδόν στο 100% του ΑΕΠ συνθέτουν ένα περιβάλλον εξαιρετικά αυξημένης αβεβαιότητας. Στον αντίποδα, η έκρηξη των επενδύσεων που συνδέονται με την Τεχνητή Νοημοσύνη εξακολουθεί να δίνει ισχυρή ώθηση σε τμήματα της παγκόσμιας οικονομίας.
Το ΔΝΤ βλέπει, ουσιαστικά, δύο αντίρροπες δυνάμεις να καθορίζουν τις προοπτικές: από τη μία, το αρνητικό σοκ στην προσφορά ενέργειας που αυξάνει το κόστος σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, τρόφιμα, λιπάσματα και άλλα εμπορεύματα και, από την άλλη, έναν νέο τεχνολογικό επενδυτικό κύκλο, με αιχμή την Τεχνητή Νοημοσύνη, ο οποίος λειτουργεί ως θετικός καταλύτης για τη ζήτηση και την ανάπτυξη.
«Η παγκόσμια οικονομία έχει αντέξει»
Η εκπρόσωπος Τύπου του ΔΝΤ Τζούλι Κόζακ εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξη για την πορεία της διεθνούς οικονομίας, επισημαίνοντας ότι, παρά το μέγεθος των αναταράξεων που προκάλεσε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, οι οικονομίες έχουν μέχρι στιγμής επιδείξει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα από αυτή που αρχικά αναμενόταν.
«Μέχρι σήμερα και παρά τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή η παγκόσμια οικονομία έχει αντέξει», ήταν το βασικό μήνυμα της εκπροσώπου του Ταμείου.
Καθοριστικό ρόλο στην απορρόφηση των πρώτων κραδασμών διαδραμάτισε η αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου. Παράλληλα, ορισμένες χώρες στράφηκαν σε εναλλακτικές πηγές ενέργειας, ενώ άλλες προχώρησαν σε παρεμβάσεις για τον περιορισμό της ζήτησης και της κατανάλωσης.
Οι κινήσεις αυτές λειτούργησαν ως «μαξιλάρι» απέναντι στο ενεργειακό σοκ, περιορίζοντας μέχρι σήμερα τις συνέπειές του στην πραγματική οικονομία.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο κίνδυνος έχει παρέλθει.
Το πετρέλαιο παραμένει η μεγάλη απειλή
Στο ΔΝΤ επικρατεί ιδιαίτερη επιφυλακτικότητα για την περαιτέρω πορεία των τιμών της ενέργειας και κυρίως του πετρελαίου. Μια νέα και παρατεταμένη άνοδος θα μπορούσε να επιβαρύνει σημαντικά την παγκόσμια ανάπτυξη, ιδιαίτερα εφόσον η σύγκρουση με το Ιράν δεν αποκλιμακωθεί σύντομα.
Το πρόβλημα γίνεται μεγαλύτερο καθώς τα αποθέματα που χρησιμοποιήθηκαν για να περιοριστεί το αρχικό σοκ δεν είναι ανεξάντλητα. Πολλές χώρες θα χρειαστεί σταδιακά να αναπληρώσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που έχουν ήδη χρησιμοποιήσει.
Την ίδια στιγμή, το βόρειο ημισφαίριο πλησιάζει προς τον χειμώνα, όταν η ζήτηση για ενέργεια αυξάνεται. Ο συνδυασμός μεγαλύτερης κατανάλωσης και ανάγκης αναπλήρωσης των αποθεμάτων θα μπορούσε να ασκήσει νέα πίεση στις διεθνείς τιμές.
Ανάπτυξη κοντά στο 3%
Παρά τις γεωπολιτικές αναταράξεις, το ΔΝΤ εξακολουθεί να θεωρεί εφικτό ρυθμό παγκόσμιας ανάπτυξης κοντά στο 3% για το 2026.
Το Ταμείο είχε αναθεωρήσει την πρόβλεψή του στο 3%, έναντι 3,1% που ανέμενε τον Απρίλιο, ενώ η επίδοση παραμένει χαμηλότερη από το 3,5% που είχε καταγραφεί τόσο το 2024 όσο και το 2025.
Η επόμενη μεγάλη εικόνα για την πορεία της διεθνούς οικονομίας αναμένεται τον Οκτώβριο, όταν το ΔΝΤ θα δημοσιοποιήσει τις επικαιροποιημένες προβλέψεις του για την ανάπτυξη και τις επιμέρους οικονομίες.
Αυξάνονται οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό
Πιο σύνθετη είναι η εικόνα στο μέτωπο των τιμών. Σύμφωνα με την Κόζακ, οι ανησυχίες για τον πληθωρισμό έχουν ενισχυθεί, χωρίς όμως μέχρι στιγμής να έχουν λάβει διαστάσεις που θα δικαιολογούσαν ακραία ανησυχία.
Η επιμονή των υψηλών ενεργειακών τιμών αποτελεί, ωστόσο, έναν από τους βασικούς παράγοντες κινδύνου. Η αύξηση του κόστους της ενέργειας δεν περιορίζεται στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος ή στα καύσιμα, αλλά μεταδίδεται σταδιακά στην παραγωγή, στις μεταφορές και στις τιμές σειράς βασικών προϊόντων.
Το ενεργειακό σοκ έχει ήδη οδηγήσει σε αυξήσεις στις τιμές των λιπασμάτων, των τροφίμων και άλλων εμπορευμάτων, δημιουργώντας τον κίνδυνο ενός νέου γύρου πληθωριστικών πιέσεων εφόσον η κατάσταση στις διεθνείς αγορές ενέργειας επιδεινωθεί.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην άλλη πλευρά της εξίσωσης
Την ίδια στιγμή, όμως, που ο πόλεμος και η ενέργεια λειτουργούν ως τροχοπέδη, ένας εντελώς διαφορετικός παράγοντας δίνει ώθηση στην παγκόσμια οικονομία: η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Η Κόζακ περιέγραψε μια παγκόσμια οικονομία που δέχεται ταυτόχρονα δύο αντίθετες επιδράσεις. Το ενεργειακό σοκ αποτελεί αρνητικό πλήγμα στην πλευρά της προσφοράς, ενώ ο τεχνολογικός κύκλος που τροφοδοτείται από την AI λειτουργεί ως θετικό σοκ στη ζήτηση.
Οι μεγάλες επενδύσεις στην τεχνολογία, στις υποδομές και στην ενέργεια που απαιτείται για την ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης έχουν ενισχύσει ιδιαίτερα οικονομίες οι οποίες βρίσκονται στον πυρήνα της νέας τεχνολογικής αλυσίδας.
Η θετική αυτή επίδραση, ωστόσο, δεν κατανέμεται ομοιόμορφα. Ορισμένες οικονομίες επωφελούνται πολύ περισσότερο από την επενδυτική έκρηξη της AI, την ώρα που άλλες υφίστανται δυσανάλογα το κόστος του πολέμου και της ενεργειακής κρίσης.
Σχεδόν στο 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ το δημόσιο χρέος
Πέρα από τον πόλεμο και την ενέργεια, ένα ακόμη μεγάλο πρόβλημα προβληματίζει το ΔΝΤ: η εκρηκτική συσσώρευση δημόσιου χρέους.
Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος έχει ανέλθει σχεδόν στο 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ, στο υψηλότερο επίπεδο από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι πιέσεις αναμένεται να ενταθούν περαιτέρω.
Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο σε αρκετές προηγμένες οικονομίες, οι οποίες εμφανίζουν πολύ υψηλούς λόγους χρέους προς ΑΕΠ και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια για να αντιμετωπίσουν νέες κρίσεις.
Διαφορετικής μορφής, αλλά εξίσου σοβαρές, είναι οι πιέσεις στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Σε αρκετές χώρες, μεταξύ άλλων στην Αφρική, συσσωρεύονται προβλήματα ρευστότητας, τα οποία επιδεινώνονται και από τη μείωση της διμερούς οικονομικής βοήθειας.
Το μήνυμα προς τις κεντρικές τράπεζες
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το ΔΝΤ καλεί τις κεντρικές τράπεζες να μην εγκαταλείψουν τον βασικό τους στόχο για διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.
Η αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων από την ενέργεια δημιουργεί ένα δύσκολο δίλημμα για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά απαιτείται επαγρύπνηση απέναντι στον πληθωρισμό και, από την άλλη, μια υπερβολικά περιοριστική πολιτική θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την ανάπτυξη.
Παράλληλα, το Ταμείο στέλνει σαφές μήνυμα στις κυβερνήσεις ότι πρέπει να αρχίσουν να δημιουργούν εκ νέου δημοσιονομικά περιθώρια, παρουσιάζοντας αξιόπιστα μεσοπρόθεσμα σχέδια για τον περιορισμό ελλειμμάτων και χρέους.
Η Κόζακ διευκρίνισε ότι το ΔΝΤ δεν ζητεί μια απότομη και άμεση δημοσιονομική προσαρμογή.
«Δεν βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει να πραγματοποιηθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Ωστόσο, είναι εξαιρετικά σημαντικό οι δημοσιονομικές αρχές να διαθέτουν ένα σαφές και συγκεκριμένο σχέδιο και στρατηγική για τη μείωση των ελλειμμάτων και του χρέους», επισήμανε.
Διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για ισχυρότερη ανάπτυξη
Το Ταμείο ζητεί ταυτόχρονα από τις κυβερνήσεις να μην περιοριστούν στη διαχείριση των άμεσων κρίσεων, αλλά να επικεντρωθούν και στην ενίσχυση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, προκρίνει την επιτάχυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την άρση των «αυτοπροκαλούμενων» εμποδίων που περιορίζουν την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις.
Το μήνυμα είναι ότι η δημοσιονομική εξυγίανση από μόνη της δεν αρκεί: οι οικονομίες χρειάζονται παράλληλα πολιτικές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα και θα διευρύνουν τις αναπτυξιακές τους δυνατότητες.
Στο μικροσκόπιο και οι νέες κυρώσεις κατά του Ιράν
Στην εξίσωση προστίθεται πλέον και η νέα δέσμη αμερικανικών κυρώσεων κατά του Ιράν.
Η Κόζακ ανέφερε ότι το ΔΝΤ θα εξετάσει προσεκτικά τις οικονομικές συνέπειες των μέτρων, συμπεριλαμβανομένων των δευτερογενών κυρώσεων που μπορούν να πλήξουν επιχειρήσεις τρίτων χωρών οι οποίες συναλλάσσονται με ή παρέχουν στήριξη στην Τεχεράνη.
Οι πιθανές επιπτώσεις τους στο διεθνές εμπόριο, στην ενέργεια και ευρύτερα στην παγκόσμια οικονομία αναμένεται να αξιολογηθούν πληρέστερα στην επόμενη έκθεση του Ταμείου για τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές.