Τη σύνδεση της ενεργειακής εξοικονόμησης με την αυτοπαραγωγή, την αποθήκευση και την αυτοκατανάλωση, καθώς και την απλοποίηση των διαδικασιών στα νέα προγράμματα «Εξοικονομώ», προαναγγέλλει ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρος Παπασταύρου, σε συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Όπως επισημαίνει, στόχος είναι τα νέα προγράμματα να χαρακτηρίζονται από λιγότερη γραφειοκρατία, απλούστερες διαδικασίες και ταχύτερη υλοποίηση, με έμφαση σε παρεμβάσεις που οδηγούν σε μετρήσιμη μείωση της κατανάλωσης και του ενεργειακού κόστους.
«Θέλουμε ένα σπίτι όχι μόνο να χρειάζεται λιγότερη ενέργεια, αλλά να μπορεί να παράγει και να αξιοποιεί περισσότερο τη δική του», τονίζει ο υπουργός, υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή δημοκρατία σημαίνει περισσότερους πολίτες που μπορούν να παράγουν τη δική τους ενέργεια, να μειώνουν τον λογαριασμό τους και να αποκτούν μεγαλύτερο έλεγχο στο ενεργειακό τους κόστος.
Το σχέδιο για μείωση της τιμής του ρεύματος κατά 30%
Ο κ. Παπασταύρου αναλύει παράλληλα τις παρεμβάσεις που έχουν ανακοινωθεί με στόχο τη μείωση της τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας κατά 30% σε ορίζοντα τριετίας. Όπως σημειώνει, ο στόχος δεν αφορά μια ακόμη προσωρινή επιδότηση, αλλά ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την αντιμετώπιση των δομικών αιτιών του υψηλού ενεργειακού κόστους.
«Οι επιδοτήσεις είναι αναγκαίες σε περιόδους κρίσης και έχουμε αποδείξει στην πράξη ότι, όταν χρειάζεται, παρεμβαίνουμε και στηρίζουμε την κοινωνία. Εδώ, όμως, μιλάμε για κάτι διαφορετικό: για ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που αλλάζει τις συνθήκες που δημιουργούν κόστος», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον υπουργό, η Ελλάδα έχει ήδη δημιουργήσει σημαντικό ενεργειακό πλεονέκτημα, επενδύοντας στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, στα δίκτυα και στις διασυνδέσεις. Η εγκατεστημένη ισχύς από ΑΠΕ έχει ξεπεράσει τα 18 GW, έναντι 6,3 GW το 2019, γεγονός που, όπως επισημαίνει, αποτυπώνει την πρόοδο που έχει συντελεστεί τα τελευταία χρόνια.
«Τώρα πρέπει αυτό το ενεργειακό πλεονέκτημα να γίνει οικονομικό πλεονέκτημα για τη χώρα: χαμηλότερο κόστος για τα νοικοκυριά, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα για τις επιχειρήσεις», τονίζει.
Το σχέδιο, όπως εξηγεί, στηρίζεται σε έξι βασικούς άξονες:
- Συνέχιση της ανάπτυξης των ΑΠΕ με σαφείς κανόνες.
- Επιτάχυνση της αποθήκευσης και των ηλεκτρικών διασυνδέσεων.
- Αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών μέσω της εγκατάστασης έξυπνων μετρητών.
- Περιορισμός των ληξιπρόθεσμων οφειλών.
- Ενίσχυση της ευελιξίας στην κατανάλωση.
- Επενδύσεις στην εξοικονόμηση ενέργειας και στην αυτοπαραγωγή.
«Αυτός είναι ο δρόμος προς το -30%: όχι μια επιδότηση που κάποια στιγμή τελειώνει, αλλά δομικές αλλαγές που μειώνουν μόνιμα το ενεργειακό κόστος», υπογραμμίζει.
ΥΚΩ, ρευματοκλοπές και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Αναφερόμενος στις παρεμβάσεις για τις Υπηρεσίες Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ), ο υπουργός σημειώνει ότι η μείωση του κόστους προϋποθέτει πρώτα την ολοκλήρωση των απαραίτητων υποδομών. Όπως εξηγεί, σημαντικό μέρος των ΥΚΩ αφορά το υψηλό κόστος ηλεκτροπαραγωγής στα μη διασυνδεδεμένα νησιά, το οποίο ανέρχεται περίπου σε 1,2 δισ. ευρώ ετησίως.
«Για να μειώσεις αυτό το κόστος, πρέπει πρώτα να διασυνδέσεις τα νησιά», αναφέρει, προσθέτοντας ότι έχουν ολοκληρωθεί οι διασυνδέσεις της Κρήτης και των Κυκλάδων, ενώ προχωρούν τα έργα στο Βόρειο Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα.
Στο πλαίσιο αυτό, επισημαίνει τη σημασία της ενίσχυσης του ΑΔΜΗΕ, μέσω της αύξησης του μετοχικού του κεφαλαίου κατά 1 δισ. ευρώ, ώστε να μπορεί να υλοποιήσει το μεγάλο πρόγραμμα διασυνδέσεων της χώρας.
Όπως ανακοινώνει, από την 1η Ιανουαρίου 2027 θα μειωθεί κατά 50% η πρώτη κλίμακα χρέωσης των ΥΚΩ.
Σε ό,τι αφορά τις ρευματοκλοπές, ο κ. Παπασταύρου αναφέρει ότι προχωρά η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών σε όλες τις παροχές έως το 2030, με στόχο τη δημιουργία ενός μόνιμου και αποτελεσματικού μηχανισμού ελέγχου.
Παράλληλα, για τις ληξιπρόθεσμες οφειλές, οι οποίες, όπως αναφέρει, ανέρχονται περίπου σε 3 δισ. ευρώ, εφαρμόζεται νέο πλαίσιο για τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και τον λεγόμενο «ενεργειακό τουρισμό», ώστε να περιοριστεί η πρακτική της διαρκούς αλλαγής προμηθευτή χωρίς εξόφληση των χρεών.
«Δεν είναι δίκαιο το κόστος των ρευματοκλοπών και των ανεξόφλητων λογαριασμών να μεταφέρεται στον συνεπή καταναλωτή», σημειώνει.
Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο: 2,1 δισ. ευρώ για την ενεργειακή μετάβαση
Ο υπουργός χαρακτηρίζει το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο βασικό εργαλείο για την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών από τις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών ενέργειας, υπογραμμίζοντας ότι η ενεργειακή μετάβαση πρέπει να είναι και κοινωνικά δίκαιη.
Για την Ελλάδα, το Ταμείο διαθέτει συνολικούς πόρους 2,1 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 1,7 δισ. ευρώ κατευθύνονται στην ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και στην αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και θερμοσιφώνων.
Παράλληλα, προβλέπεται η έκδοση δωρεάν Πιστοποιητικού Ενεργειακής Απόδοσης για περίπου 200.000 νοικοκυριά, η δημιουργία Μητρώου Ενεργειακής Στήριξης και η ενίσχυση του επιδόματος θέρμανσης για περίπου 780.000 δικαιούχους ετησίως.
Επιπλέον, δημιουργούνται one-stop shops, ώστε τα ευάλωτα νοικοκυριά και οι πολύ μικρές επιχειρήσεις να έχουν ευκολότερη πρόσβαση σε ενημέρωση, καθοδήγηση και συμβουλές.
«Δεν θέλουμε απλώς να επιδοτούμε έναν υψηλό λογαριασμό όταν υπάρχει κρίση. Θέλουμε να δώσουμε στον πολίτη τα εργαλεία για να μειώσει μόνιμα την κατανάλωσή του και, μαζί με αυτήν, το ενεργειακό του κόστος», αναφέρει.
Συνολικά, μαζί με το Ταμείο Απανθρακοποίησης Νήσων και τη ρήτρα διαφυγής, οι διαθέσιμοι πόροι για τις σχετικές δράσεις ανέρχονται, σύμφωνα με τον υπουργό, σε 5 δισ. ευρώ.
Περισσότερη αυτοκατανάλωση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Στον πυρήνα της ενεργειακής πολιτικής τοποθετεί ο κ. Παπασταύρου την αυτοκατανάλωση, με στόχο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις να μπορούν να παράγουν, να καταναλώνουν και να αποθηκεύουν τη δική τους ενέργεια.
«Θέλουμε να αλλάξουμε τη σχέση του πολίτη με την ενέργεια: το νοικοκυριό ή η επιχείρηση να μην είναι μόνο καταναλωτής, αλλά να μπορεί να παράγει τη δική του ενέργεια, να την καταναλώνει, να την αποθηκεύει και έτσι να έχει μεγαλύτερο έλεγχο στον λογαριασμό του», σημειώνει.
Όπως αναφέρει, με το νέο πλαίσιο που αναμένεται να ανακοινωθεί τις επόμενες ημέρες θα απλοποιηθούν οι διαδικασίες και θα διευρυνθούν οι δυνατότητες συμμετοχής, ώστε η αυτοκατανάλωση να γίνει πιο απλή και προσιτή.
Παράλληλα, ενισχύεται η δυνατότητα αποθήκευσης, ώστε η ενέργεια που παράγεται από φωτοβολταϊκά και δεν καταναλώνεται άμεσα να μπορεί να χρησιμοποιείται σε μεταγενέστερο χρόνο. Όταν υπάρχει πλεονάζουσα παραγωγή, θα μπορεί να διοχετεύεται στο δίκτυο και να αποζημιώνεται.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο υπουργός, από το 2020 έως σήμερα έχουν τεθεί σε λειτουργία 38.812 συστήματα αυτοκατανάλωσης, συνολικής ισχύος 1.128 MW, έναντι μόλις 1.772 συστημάτων ισχύος 36 MW την περίοδο 2015-2019.
Οι αλλαγές στα νέα προγράμματα «Εξοικονομώ»
Αναφερόμενος στα νέα προγράμματα «Εξοικονομώ», ο κ. Παπασταύρου σημειώνει ότι η μεγάλη επενδυτική προσπάθεια του Ταμείου Ανάκαμψης προσφέρει πολύτιμη εμπειρία για τον σχεδιασμό της επόμενης γενιάς δράσεων.
Όπως αναφέρει, μέσω των προγραμμάτων ενεργειακής αναβάθμισης διατέθηκαν 1,6 δισ. ευρώ σε 260.000 δικαιούχους. Ειδικότερα, περισσότεροι από 99.000 ωφελήθηκαν από τα προγράμματα «Εξοικονομώ», περίπου 160.000 ήταν οι δικαιούχοι για αντλίες θερμότητας και θερμοσίφωνες, ενώ πάνω από 1.700 επιχειρήσεις συμμετείχαν σε δράσεις όπως το «Αλλάζω συσκευή» και προγράμματα για τον τριτογενή τομέα.
«Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι δεν αρκεί να διαθέτεις έναν μεγάλο προϋπολογισμό. Πρέπει οι πόροι να φτάνουν γρήγορα εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται και, κυρίως, να έχουν μετρήσιμο αποτέλεσμα: λιγότερη κατανάλωση ενέργειας και χαμηλότερο λογαριασμό για τον πολίτη», τονίζει.
Στόχος για τα νέα προγράμματα είναι η μείωση της γραφειοκρατίας, η απλούστευση των διαδικασιών και η ταχύτερη υλοποίηση, με τις απαραίτητες ασφαλιστικές δικλείδες.
Παράλληλα, θα δοθεί μεγαλύτερο βάρος στην ουσιαστική ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, με παρεμβάσεις όπως η αντικατάσταση παλαιών συστημάτων θέρμανσης με αντλίες θερμότητας, η αντικατάσταση θερμοσιφώνων και η βελτίωση του κελύφους των κτιρίων.
«Κάνουμε ένα ακόμη βήμα: συνδέουμε περισσότερο την εξοικονόμηση με την αυτοπαραγωγή, την αποθήκευση και την αυτοκατανάλωση. Θέλουμε ένα σπίτι όχι μόνο να χρειάζεται λιγότερη ενέργεια, αλλά να μπορεί να παράγει και να αξιοποιεί περισσότερο τη δική του», υπογραμμίζει.
Παρεμβάσεις στήριξης εφόσον χρειαστεί
Σε ερώτηση για το ενδεχόμενο ανόδου των τιμών λιανικής τον επόμενο χειμώνα, ο υπουργός αναφέρει ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στην αγορά ενέργειας και είναι έτοιμη να παρέμβει, εφόσον χρειαστεί.
«Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη έχει αποδείξει στην πράξη ότι παρεμβαίνει όταν και όπου χρειάζεται, πάντοτε με σοβαρότητα και μέσα στις δυνατότητες της οικονομίας», σημειώνει.
Όπως προσθέτει, η ύπαρξη δημοσιονομικού χώρου επιτρέπει στοχευμένες παρεμβάσεις στήριξης όταν τμήματα της κοινωνίας δοκιμάζονται. Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η πολιτική δεν εξαντλείται στις έκτακτες ενισχύσεις, αλλά επικεντρώνεται παράλληλα στις δομικές αλλαγές που μπορούν να μειώσουν μόνιμα το ενεργειακό κόστος.