Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που πιέζουν τις τιμές στην αντλία. Το Brent, από περίπου 71 δολάρια το βαρέλι τον Μάρτιο, έχει φτάσει κοντά στα 95 δολάρια, καταγράφοντας αύξηση της τάξης του 33%.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η άνοδος στην τιμή του φυσικού αερίου. Από περίπου 31 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα, η τιμή έχει ανέλθει στα 73 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση περίπου 135%.
Το φυσικό αέριο δεν επηρεάζει μόνο τα νοικοκυριά που το χρησιμοποιούν για θέρμανση. Επηρεάζει άμεσα και το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και, κατ’ επέκταση, τους λογαριασμούς ρεύματος.
Αύξηση στις τιμές βενζίνης και πετρελαίου κίνησης
Η μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης έχει πλέον φτάσει περίπου στα 2,05 ευρώ το λίτρο. Σε σχέση με την αρχή του πολέμου, η αύξηση υπολογίζεται σε περίπου 30 λεπτά το λίτρο, γεγονός που σημαίνει ότι ένα ρεζερβουάρ 50 λίτρων κοστίζει περίπου 15 ευρώ περισσότερο.
Στο πετρέλαιο κίνησης η επιβάρυνση είναι ακόμη μεγαλύτερη, καθώς ένα γέμισμα ρεζερβουάρ μπορεί να κοστίζει περίπου 22 έως 23 ευρώ επιπλέον.
Την ίδια στιγμή, η έρευνα αγοράς μπορεί να προσφέρει σημαντικές εξοικονομήσεις στους καταναλωτές. Σύμφωνα με στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί, ένας καταναλωτής που συγκρίνει συστηματικά τις τιμές μπορεί να εξοικονομεί έως και περίπου 39 ευρώ τον μήνα.
Ωστόσο, το ποσό που εξοικονομείται από τις αγορές τροφίμων και άλλων προϊόντων μπορεί να απορροφάται από την αυξημένη δαπάνη για καύσιμα και ενέργεια.
Το ενεργειακό κόστος στο επίκεντρο
Το στεγαστικό και το ενεργειακό κόστος αναμένεται να αποτελέσουν δύο από τα βασικά ζητήματα που θα απασχολήσουν τις εξαγγελίες στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, καθώς πρόκειται για δύο τομείς που επιβαρύνουν σημαντικά την καθημερινότητα των καταναλωτών.
Οι υψηλές τιμές ενέργειας προκαλούν, παράλληλα, αλυσιδωτές επιπτώσεις στην οικονομία. Ιδιαίτερα το πετρέλαιο κίνησης επηρεάζει άμεσα το κόστος μεταφοράς και, κατ’ επέκταση, τις τιμές βασικών αγαθών, μεταξύ των οποίων και τα τρόφιμα.