Εννέα από τις μεγαλύτερες ελληνικές εισηγμένες εταιρείες επιστρέφουν στον βασικό πανευρωπαϊκό χρηματιστηριακό χάρτη, καθώς εντάσσονται στον δείκτη Stoxx 600. Η αλλαγή θα τεθεί σε ισχύ στις 21 Σεπτεμβρίου, ημερομηνία που συμπίπτει με την επίσημη ενεργοποίηση της αναβάθμισης της ελληνικής χρηματιστηριακής αγοράς.
Στον Stoxx 600 θα συμμετέχουν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς και Alpha Bank, καθώς και οι Metlen Energy & Metals, ΔΕΗ, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil και Jumbo. Παράλληλα, οι τέσσερις τράπεζες θα ενταχθούν και στον δείκτη Euro Stoxx Banks.
Η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική αγορά, καθώς σηματοδοτεί ουσιαστικά την επιστροφή της στον χώρο των ανεπτυγμένων ευρωπαϊκών αγορών. Πριν από περίπου δέκα χρόνια, εν μέσω της ελληνικής κρίσης χρέους, η Stoxx είχε μεταφέρει την Ελλάδα στην κατηγορία των αναδυόμενων αγορών. Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει ριζικά, με τις μεγαλύτερες ελληνικές εισηγμένες να αποκτούν ξανά θέση ανάμεσα σε κορυφαίους ευρωπαϊκούς ομίλους.
Η επιστροφή αυτή αντανακλά, σύμφωνα και με το Bloomberg, τη σημαντική βελτίωση της εικόνας της ελληνικής οικονομίας μετά την πολυετή κρίση. Η ενίσχυση των δημόσιων οικονομικών, η ανάκαμψη του τραπεζικού κλάδου και η αποκατάσταση της επενδυτικής βαθμίδας έχουν συμβάλει στην αναθέρμανση του ενδιαφέροντος των διεθνών επενδυτών για την Ελλάδα.
Η υπεραπόδοση του Χρηματιστηρίου Αθηνών
Η μεταστροφή αποτυπώνεται και στις χρηματιστηριακές επιδόσεις. Από την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας το 2023, ο Γενικός Δείκτης του Χρηματιστηρίου Αθηνών έχει ενισχυθεί κατά 186%, την ώρα που ο Stoxx 600 έχει καταγράψει άνοδο 52% στο ίδιο διάστημα.
Η ελληνική αγορά έχει επομένως υπερτριπλασιάσει την επίδοση του πανευρωπαϊκού δείκτη, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική που έχει αναπτύξει τα τελευταία χρόνια.
Κεντρικός πρωταγωνιστής σε αυτή την πορεία είναι ο τραπεζικός κλάδος. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 40% του Γενικού Δείκτη, ενώ ο τραπεζικός δείκτης έχει ενισχυθεί περίπου 25%, συμβάλλοντας σημαντικά στη συνολική άνοδο της ελληνικής αγοράς.
Εισροές άνω του 1,1 δισ. δολαρίων
Η ένταξη των εννέα ελληνικών μετοχών στον Stoxx 600 δεν αποτελεί, ωστόσο, μόνο μια συμβολική εξέλιξη. Δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για σημαντικές νέες εισροές κεφαλαίων.
Αναλυτές της JPMorgan Chase εκτιμούν ότι οι συνολικές εισροές στις εννέα μετοχές που θα προστεθούν στον δείκτη ενδέχεται να ξεπεράσουν τα 1,1 δισ. δολάρια. Πρόκειται κυρίως για κεφάλαια που συνδέονται με χαρτοφυλάκια και επενδυτικά προϊόντα τα οποία παρακολουθούν την πορεία του Stoxx 600.
Η εξέλιξη ενισχύει έτσι τη διεθνή επενδυτική βάση της ελληνικής αγοράς και αυξάνει την ορατότητα των ελληνικών εισηγμένων σε θεσμικούς επενδυτές που μέχρι σήμερα είχαν περιορισμένη ή καθόλου έκθεση στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Το «στοίχημα» της επόμενης ημέρας
Παρά την εντυπωσιακή άνοδο, υπάρχουν και επιχειρήματα που διατηρούν ζωντανές τις προσδοκίες για περαιτέρω κέρδη. Ένα από αυτά είναι η μεγάλη απόσταση που εξακολουθεί να χωρίζει το Χρηματιστήριο Αθηνών από το ιστορικό υψηλό του 2007, πριν από το ξέσπασμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Την ώρα που αρκετές ευρωπαϊκές αγορές έχουν ήδη κινηθεί σε νέα ιστορικά υψηλά, η ελληνική αγορά παραμένει χαμηλότερα από τα επίπεδα εκείνης της περιόδου. Για μέρος των επενδυτών, η διαφορά αυτή αποτελεί ένδειξη ότι εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανατίμησης, υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι θα διατηρηθεί η θετική πορεία της οικονομίας και των εισηγμένων.
Το μέγεθος της αγοράς παραμένει πάντως ένας σημαντικός περιοριστικός παράγοντας. Η συνολική κεφαλαιοποίηση του ελληνικού χρηματιστηρίου διαμορφώνεται περίπου στα 213 δισ. δολάρια, έναντι περίπου 19 τρισ. δολαρίων για το σύνολο του Stoxx 600. Η Ελλάδα εξακολουθεί, συνεπώς, να αποτελεί έναν μικρό παίκτη σε σχέση με το συνολικό μέγεθος των ευρωπαϊκών αγορών.
Η ουσιαστική διαφορά, όμως, είναι ότι πλέον βρίσκεται ξανά στην ίδια «σκηνή» με ορισμένους από τους μεγαλύτερους ευρωπαϊκούς ομίλους, όπως η ASML Holding και η HSBC Holdings.
Η ένταξη των εννέα ελληνικών εισηγμένων στον Stoxx 600 αποτελεί, υπό αυτή την έννοια, κάτι περισσότερο από μια τεχνική αλλαγή στους δείκτες. Είναι ένα ακόμη ορόσημο στην πορεία επιστροφής της Ελλάδας στις ανεπτυγμένες αγορές και ταυτόχρονα μια ένδειξη ότι, περίπου μία δεκαετία μετά την υποβάθμιση της ελληνικής αγοράς, η χώρα διεκδικεί εκ νέου μια σταθερή θέση στο ραντάρ των διεθνών επενδυτών.