Μια εικόνα έντονων ανισοτήτων στις ευκαιρίες και στις προοπτικές των νέων στην Ελλάδα σε σχέση με τους συνομηλίκους τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τον ΟΟΣΑ αποτυπώνει η νέα έκθεση του Οργανισμού.
Παρότι η θέση των νέων στην αγορά εργασίας έχει βελτιωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ. Η ανεργία υποχωρεί και η απασχόληση αυξάνεται, όμως η απόσταση από τον ευρωπαϊκό και διεθνή μέσο όρο παραμένει μεγάλη. Και το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο αν ένας νέος θα βρει δουλειά, αλλά επεκτείνεται στον μισθό, στη διάρκεια και στην ποιότητα της εργασίας και, τελικά, στη δυνατότητα οικονομικής αυτονόμησης.
Το ποσοστό απασχόλησης των 15-29 ετών αυξήθηκε από 26% το 2013 σε 36% το 2025, ενώ η ανεργία υποχώρησε από 48,7% σε 16,5%. Παρά τη σημαντική βελτίωση, η Ελλάδα παραμένει πολύ κάτω από τους μέσους όρους της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, που διαμορφώθηκαν το 2025 σε 50% και 55% αντίστοιχα. Καταλαμβάνει, μάλιστα, τη δεύτερη χαμηλότερη θέση στον ΟΟΣΑ, μετά την Ιταλία.
Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ελληνικής αγοράς είναι και η χαμηλή μερική απασχόληση. Μόλις 12% των νέων εργαζομένων απασχολούνται μερικώς, περίπου το μισό του αντίστοιχου ποσοστού στην ΕΕ και τον ΟΟΣΑ. Ωστόσο, για μεγάλο μέρος αυτών δεν πρόκειται για επιλογή: σχεδόν οι μισοί νέοι που εργάζονται part-time θα προτιμούσαν πλήρη απασχόληση. Η ακούσια μερική απασχόληση είναι η δεύτερη υψηλότερη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ.
Εργασία με έντονο εποχικό χαρακτήρα
Τα τελευταία 15 χρόνια η απασχόληση των νέων έχει μετατοπιστεί από τις κατασκευές προς το εμπόριο, τις μεταφορές και κυρίως την εστίαση και τη φιλοξενία. Το 2023, οι τρεις αυτοί κλάδοι συγκέντρωναν το 55% της νεανικής απασχόλησης στην Ελλάδα, έναντι 37% κατά μέσο όρο στην ΕΕ και τον ΟΟΣΑ.
Η υψηλή εξάρτηση από τον τουρισμό προσδίδει έντονη εποχικότητα στην αγορά εργασίας. Οι θέσεις αυξάνονται κατά την τουριστική περίοδο, μειώνοντας πρόσκαιρα την ανεργία, χωρίς όμως να εξασφαλίζουν απαραίτητα σταθερές επαγγελματικές διαδρομές. Για πολλούς νέους αυτό μεταφράζεται σε μεταβαλλόμενο εισόδημα, διαδοχικές περιόδους εργασίας και ανεργίας και περιορισμένη δυνατότητα μακροπρόθεσμου οικονομικού προγραμματισμού.
Την ίδια ώρα, δύσκολη παραμένει η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία. Η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων που διαθέτουν οι νέοι και εκείνων που ζητά η αγορά αποτελεί διαχρονικό πρόβλημα, ενώ οι επιδόσεις της Ελλάδας στις διεθνείς αξιολογήσεις δεξιοτήτων PISA και PIAAC παραμένουν χαμηλές.
Αδύναμη παραμένει και η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση, όπως και ο επαγγελματικός προσανατολισμός. Το 2022, λιγότεροι από τους μισούς 15χρονους στην Ελλάδα φοιτούσαν σε σχολεία που προσέφεραν επαγγελματικό προσανατολισμό, έναντι 82% στον ΟΟΣΑ. Παράλληλα, μόλις 4% των νέων συνδύαζαν εκπαίδευση και εργασία, έναντι 14% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ.
Μισθοί 40% χαμηλότεροι
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν η σύγκριση περνά από την απασχόληση στο εισόδημα. Οι κάτω των 30 ετών στην Ελλάδα αμείβονται, κατά μέσο όρο, περίπου 40% λιγότερο από τους συνομηλίκους τους στις άλλες χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ, σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Οι χαμηλοί μισθοί περιορίζουν την αποταμίευση και, σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος στέγασης, καθιστούν δύσκολη την οικονομική ανεξαρτητοποίηση.
Σύμφωνα με την έκθεση, οι νέοι 18-29 ετών στην Ελλάδα δαπανούν κατά μέσο όρο πάνω από το 60% του εισοδήματός τους για στέγαση, σχεδόν διπλάσιο ποσοστό από τον μέσο όρο της ΕΕ. Στις αστικές περιοχές η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη, με σχεδόν οκτώ στους δέκα νέους να διαθέτουν πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματός τους για τη στέγη, επίπεδο που θεωρείται υπερβολική επιβάρυνση.
Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: χαμηλό ή ασταθές εισόδημα, υψηλό ενοίκιο και περιορισμένη δυνατότητα αποχώρησης από το πατρικό σπίτι. Για πολλούς νέους, η παραμονή με τους γονείς έως και μετά τα 30 δεν αποτελεί επιλογή, αλλά αναγκαστική λύση.
Η στεγαστική κρίση επιτείνεται στις περιοχές υψηλής ζήτησης από την τουριστική δραστηριότητα, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο την πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία. Παράλληλα, η συγκέντρωση θέσεων εργασίας σε συγκεκριμένες αστικές και τουριστικές περιοχές αυξάνει το κόστος της γεωγραφικής κινητικότητας.
Πολλοί νέοι εκτός εργασίας και εκπαίδευσης
Σημαντική είναι και η έκταση του φαινομένου των νέων που βρίσκονται εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης (NEET). Το ποσοστό των 15-29 ετών φτάνει το 15,6%, έναντι 12,9% στον ΟΟΣΑ και σχεδόν διπλάσιου του στόχου της ΕΕ, που ανέρχεται στο 9%.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι ότι, σε αντίθεση με την τάση που καταγράφεται στον ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα οι νέοι με υψηλότερο επίπεδο εκπαίδευσης εμφανίζουν μεγαλύτερη πιθανότητα να βρεθούν εκτός εργασίας, εκπαίδευσης ή κατάρτισης από εκείνους με χαμηλότερη εκπαίδευση. Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει εκ νέου το πρόβλημα της αναντιστοιχίας δεξιοτήτων: το πτυχίο δεν εγγυάται ομαλή είσοδο στην αγορά εργασίας.
Η επιχειρηματικότητα αποτελεί για ορισμένους διέξοδο. Η Ελλάδα εμφανίζει σχετικά υψηλό ποσοστό νέων επιχειρηματιών και αυτοαπασχολούμενων, όμως ένα μεγαλύτερο από τον μέσο όρο ποσοστό δηλώνει ότι ξεκίνησε επιχείρηση επειδή δεν μπορούσε να βρει μισθωτή εργασία.
Ένας φαύλος κύκλος
Η έκθεση του ΟΟΣΑ περιγράφει έτσι έναν φαύλο κύκλο. Η αγορά εργασίας έχει ανακάμψει, αλλά από ιδιαίτερα χαμηλή αφετηρία. Η ανεργία έχει μειωθεί και η απασχόληση αυξάνεται, όμως οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί, η εργασία συχνά εποχική ή προσωρινή και η ακούσια μερική απασχόληση υψηλή.
Την ίδια στιγμή, η μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία παραμένει δύσκολη, ενώ η στεγαστική κρίση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους νέους. Όταν ο μισθός δεν επαρκεί για το ενοίκιο, η οικονομική ανεξαρτησία μετατίθεται και η παραμονή στο πατρικό σπίτι παρατείνεται.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι μόνο η ανεργία των νέων. Είναι ο συνδυασμός χαμηλών αμοιβών, ασταθούς εργασίας, αναντιστοιχίας δεξιοτήτων και ακριβής στέγης, που περιορίζει τις ευκαιρίες μιας ολόκληρης γενιάς και μεταθέτει την ανεξαρτητοποίηση, τη δημιουργία οικογένειας και την τεκνοποίηση σε όλο και μεγαλύτερες ηλικίες.