Σύμφωνα με την ανάλυση, οι απότομες αυξήσεις στις αμυντικές δαπάνες διαρκούν κατά μέσο όρο σχεδόν τρία χρόνια και οδηγούν σε άνοδο περίπου 2,7 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ. Το μέγεθος αυτό θεωρείται συγκρίσιμο με την προσαρμογή που απαιτείται από τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ προκειμένου να επιτύχουν τον στόχο δαπανών ύψους 5% του ΑΕΠ για την άμυνα έως το 2035.
Το Ταμείο επισημαίνει ότι ο πόλεμος επανέρχεται στο προσκήνιο του παγκόσμιου σκηνικού. Μετά από δεκαετίες σχετικής ηρεμίας που ακολούθησαν τον Ψυχρό Πόλεμο, ο αριθμός των ενεργών συγκρούσεων έχει αυξηθεί σε επίπεδα που δεν έχουν καταγραφεί από το τέλος του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και οι αυξημένες ανησυχίες για την ασφάλεια ωθούν ολοένα και περισσότερες κυβερνήσεις να αναθεωρούν τις προτεραιότητές τους και να αυξάνουν τις αμυντικές δαπάνες.
Πέρα από το ανθρώπινο κόστος, οι συγκρούσεις επιβαρύνουν σημαντικά τις οικονομίες, δημιουργώντας δυσμενείς μακροοικονομικές συνθήκες, ιδιαίτερα στις χώρες όπου διεξάγονται οι μάχες. Ακόμη και χωρίς ενεργές πολεμικές επιχειρήσεις, η αύξηση των αμυντικών δαπανών μπορεί να εντείνει τις οικονομικές αδυναμίες μεσοπρόθεσμα, ενώ μετά το τέλος των συγκρούσεων οι κυβερνήσεις καλούνται να διασφαλίσουν τη διατηρήσιμη ειρήνη και την ανάκαμψη.
Σε χώρες όπου λαμβάνουν χώρα πολεμικές συγκρούσεις, η οικονομική δραστηριότητα μειώνεται απότομα. Κατά μέσο όρο, η παραγωγή υποχωρεί περίπου 3% στα πρώτα στάδια και συνεχίζει να μειώνεται τα επόμενα χρόνια, οδηγώντας σε σωρευτικές απώλειες που φθάνουν το 7% εντός πενταετίας. Οι απώλειες αυτές συχνά υπερβαίνουν εκείνες που προκαλούνται από οικονομικές κρίσεις ή σοβαρές φυσικές καταστροφές, ενώ οι επιπτώσεις μπορούν να παραμείνουν εμφανείς ακόμη και μία δεκαετία αργότερα.
Οι συγκρούσεις δημιουργούν επίσης σημαντικές δευτερογενείς επιπτώσεις. Αν και χώρες που συμμετέχουν σε πολεμικές επιχειρήσεις εκτός εδάφους τους μπορεί να αποφύγουν τις άμεσες καταστροφές, οι γειτονικές οικονομίες ή οι βασικοί εμπορικοί εταίροι υφίστανται ισχυρούς κραδασμούς. Στα πρώτα χρόνια μιας σύγκρουσης παρατηρούνται συχνά μέτριες μειώσεις της παραγωγής, ενώ μεγάλες συγκρούσεις –με τουλάχιστον 1.000 απώλειες στο πεδίο της μάχης– επιβαρύνουν έντονα τους κρατικούς προϋπολογισμούς, καθώς οι δαπάνες μετατοπίζονται προς την άμυνα, τα φορολογικά έσοδα μειώνονται και το δημόσιο χρέος αυξάνεται.
Παράλληλα, εντείνονται οι πιέσεις στα εξωτερικά ισοζύγια. Οι εισαγωγές περιορίζονται λόγω χαμηλότερης ζήτησης, οι εξαγωγές μειώνονται και το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται προσωρινά. Η αυξημένη αβεβαιότητα οδηγεί σε εκροές κεφαλαίων και υποχώρηση των άμεσων ξένων επενδύσεων, ενώ οι κυβερνήσεις στρέφονται σε διεθνή βοήθεια και εμβάσματα για τη χρηματοδότηση των αναγκών τους.
Οι συγκρούσεις συμβάλλουν επίσης σε διαρκή υποτίμηση των νομισμάτων, απώλεια συναλλαγματικών αποθεμάτων και άνοδο του πληθωρισμού. Οι τιμές αυξάνονται συνήθως με ρυθμούς υψηλότερους από τους στόχους των περισσότερων κεντρικών τραπεζών, αναγκάζοντας τις νομισματικές αρχές να προχωρούν σε αυξήσεις επιτοκίων.
Η έκθεση εξετάζει επεισόδια μεγάλης αύξησης των αμυντικών δαπανών σε 164 χώρες από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και διαπιστώνει ότι τέτοιες αυξήσεις λειτουργούν βραχυπρόθεσμα ως θετικό σοκ ζήτησης, ενισχύοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις, ιδιαίτερα σε τομείς που σχετίζονται με την άμυνα. Αυτό μπορεί να αυξήσει την οικονομική δραστηριότητα και τις τιμές, απαιτώντας στενό συντονισμό με τη νομισματική πολιτική ώστε να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις.
Οφέλη μπορούν να προκύψουν όταν οι αμυντικές δαπάνες κατευθύνονται σε δημόσιες επενδύσεις, όπως εξοπλισμό και υποδομές, καθώς διευρύνουν την αγορά, ενισχύουν τη βιομηχανική ικανότητα, δημιουργούν οικονομίες κλίμακας και στηρίζουν τη μακροπρόθεσμη παραγωγικότητα. Ωστόσο, η αύξηση των δαπανών μπορεί να οδηγήσει σε δημοσιονομικές ευπάθειες, ιδίως όταν χρηματοδοτείται μέσω αύξησης εσόδων ή ανακατανομής πόρων εις βάρος της κοινωνικής προστασίας, της υγείας και της εκπαίδευσης.
Σε ό,τι αφορά την περίοδο μετά τον πόλεμο, το ΔΝΤ επισημαίνει ότι οι πολιτικές ανάκαμψης είναι συχνά αργές και άνισες, ενώ εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη διατήρηση της ειρήνης. Όταν η σταθερότητα εδραιώνεται, η παραγωγή ανακάμπτει, αλλά συνήθως παραμένει χαμηλότερη από τα επίπεδα πριν από τη σύγκρουση. Αντίθετα, σε εύθραυστα περιβάλλοντα όπου οι συγκρούσεις αναζωπυρώνονται, η ανάκαμψη ανακόπτεται.
Το Ταμείο υπογραμμίζει ότι η έγκαιρη μακροοικονομική σταθεροποίηση, η αποφασιστική αναδιάρθρωση του χρέους και η διεθνής στήριξη είναι καθοριστικοί παράγοντες για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης. Όπως σημειώνεται, η αποτελεσματική μεταπολεμική ανάκαμψη απαιτεί ολοκληρωμένα και καλά συντονισμένα πακέτα πολιτικής, τα οποία αποδεικνύονται σημαντικά πιο αποτελεσματικά από αποσπασματικές παρεμβάσεις.