Σε μια κίνηση που προκαλεί έντονες πολιτικές αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, ο Ντόναλντ Τραμπ υπερασπίζεται τη συμφωνία του με τη Ρωσία για την προμήθεια ντίζελ, επιχειρώντας να ανακόψει την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ. Η προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Μόσχας, ωστόσο, προκαλεί αντιδράσεις και στα δύο κόμματα, με Αμερικανούς νομοθέτες να θέτουν ζήτημα νομιμότητας και την Ουκρανία να προειδοποιεί ότι η απόφαση ενδέχεται να ενισχύσει τη ρωσική πολεμική προσπάθεια.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε τη Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου, αποφασισμένος να υπερασπιστεί την επιλογή του, επικαλούμενος την ανάγκη προστασίας των καταναλωτών από το αυξημένο ενεργειακό κόστος.
«Έκανα τη σωστή επιλογή για τον αμερικανικό λαό – ΠΑΝΤΑ ΠΡΩΤΑ Η ΑΜΕΡΙΚΗ!», έγραψε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Οι τιμές των καυσίμων και η πίεση των εκλογών
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία, καθώς οι υψηλές τιμές των καυσίμων προκαλούν δυσαρέσκεια στους Αμερικανούς ψηφοφόρους, λίγες εβδομάδες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου.
Το ντίζελ αποτελεί βασικό καύσιμο για τις εμπορευματικές μεταφορές και τη γεωργική παραγωγή, με αποτέλεσμα η αύξηση της τιμής του να επιβαρύνει οδηγούς φορτηγών, αγρότες και επιχειρήσεις.
Οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά μετά την έναρξη του πολέμου των ΗΠΑ κατά του Ιράν. Ο Τραμπ, πάντως, αποδίδει σημαντικό μέρος της ανόδου και στις ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων.
Στο πλαίσιο της προσπάθειας αποκλιμάκωσης των τιμών, η κυβέρνησή του προχώρησε σε προσωρινή άρση περιορισμών στις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ, ενώ ανακοίνωσε και κατάπαυση του πυρός μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας όσον αφορά τις ενεργειακές υποδομές.
Η αγορά αντέδρασε συγκρατημένα, με τα αμερικανικά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης ντίζελ να υποχωρούν κατά 0,5% τη Δευτέρα.
Πόσο ντίζελ μπορεί να διαθέσει η Ρωσία;
Ο Τραμπ ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι η Ρωσία συμφώνησε να διαθέσει άμεσα στις αμερικανικές και διεθνείς αγορές περισσότερους από 300.000 μετρικούς τόνους ντίζελ, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 2,25 εκατομμύρια βαρέλια.
Παρά το μέγεθός της, η αρχική αυτή ποσότητα δεν επαρκεί ούτε για μία ημέρα κατανάλωσης του αμερικανικού τομέα μεταφορών, ο οποίος χρειάζεται περίπου 2,94 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ενεργειακών Πληροφοριών των ΗΠΑ (EIA).
Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι η Μόσχα θα διαθέσει επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη ένα εκατομμύριο τόνους αμέσως μετά.
Ακόμη και αυτές οι ποσότητες, όμως, αντιστοιχούν συνολικά σε λιγότερες από τέσσερις ημέρες ζήτησης του αμερικανικού τομέα μεταφορών, γεγονός που δημιουργεί ερωτήματα για το πόσο ουσιαστικά μπορούν να επηρεάσουν τις τιμές.
Τα εμπόδια στην εφαρμογή της συμφωνίας
Πέρα από την περιορισμένη ποσότητα, αβεβαιότητα επικρατεί και ως προς τη δυνατότητα της Ρωσίας να ανταποκριθεί στις δεσμεύσεις της.
Πολλά δεξαμενόπλοια εξακολουθούν να υπόκεινται σε κυρώσεις, ενώ οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει σημαντικές ζημιές σε ρωσικές εγκαταστάσεις διύλισης.
Πριν από την έναρξη των εκτεταμένων επιθέσεων με μη επανδρωμένα αεροσκάφη το 2024, η Ρωσία μπορούσε να εξάγει περίπου 100.000 τόνους ντίζελ ημερησίως.
Ωστόσο, οι ζημιές στα διυλιστήρια οδήγησαν τη Μόσχα στην απαγόρευση εξαγωγών από τον Ιούλιο, προκειμένου να καλυφθεί η εγχώρια ζήτηση. Η απαγόρευση παρατάθηκε έως τις 31 Οκτωβρίου για χώρες χωρίς διμερείς συμφωνίες, ενώ συνεχίστηκαν οι αποστολές προς φιλικά κράτη, κυρίως στην Κεντρική Ασία.
Το Σάββατο, η ρωσική κυβέρνηση ανακοίνωσε τη μερική άρση της απαγόρευσης με άμεση ισχύ.
Σύμφωνα με πηγές της πετρελαϊκής αγοράς, η Μόσχα θα μπορούσε να εξασφαλίσει την αρχική ποσότητα των 300.000 τόνων εφόσον σταματήσουν οι ουκρανικές επιθέσεις και επαναλειτουργήσει μεγάλο διυλιστήριο στο ευρωπαϊκό τμήμα της Ρωσίας.
Τα οικονομικά οφέλη για τη Μόσχα
Η συμφωνία δημιουργεί παράλληλα ερωτήματα για τα οικονομικά οφέλη που θα αποκομίσει η Ρωσία.
Σύμφωνα με τον Βλαντίμιρ Πούτιν, οι επιθέσεις στα διυλιστήρια έχουν προκαλέσει απώλειες που αντιστοιχούν στο 1% του ρωσικού ΑΕΠ, δηλαδή περίπου 26,6 δισ. δολάρια, βάσει υπολογισμών του Reuters.
Η εξαγωγή 300.000 τόνων ντίζελ θα μπορούσε να αποφέρει περίπου 400 εκατ. δολάρια. Μόνο ένα μικρό μέρος, πάντως, εκτιμάται ότι θα καταλήξει απευθείας στον ρωσικό κρατικό προϋπολογισμό, καθώς το φορολογικό σύστημα της χώρας επιβαρύνει κυρίως την παραγωγή πετρελαίου και όχι τις εξαγωγές καυσίμων.
Η Ρωσία διαθέτει περίπου 30 μεγάλα διυλιστήρια, ενώ στην Ουκρανία δεν λειτουργεί σήμερα κανένα.
Αντιδράσεις από Κογκρέσο και Κίεβο
Η απόφαση Τραμπ προκαλεί αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον, καθώς η αμερικανική νομοθεσία προβλέπει απαγόρευση εισαγωγών ρωσικών ενεργειακών προϊόντων μέχρι να τερματιστεί η ρωσική επιθετικότητα κατά της Ουκρανίας.
Νομοθέτες και από τα δύο κόμματα αμφισβητούν κατά πόσο η συμφωνία συμβιβάζεται με το ισχύον νομικό πλαίσιο.
Μεταξύ των επικριτών βρίσκεται και ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής Ντον Μπέικον, ο οποίος υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον θα έπρεπε να ενισχύσει τις κυρώσεις κατά της Μόσχας, αντί να χαλαρώνει τους περιορισμούς που έχουν ήδη επιβληθεί.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η αντίδραση του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, ο οποίος προειδοποίησε ότι η συμφωνία θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη Ρωσία να κλιμακώσει τις επιθέσεις της, προκαλώντας περισσότερες ανθρώπινες απώλειες.
Έτσι, η προσπάθεια του Τραμπ να μειώσει το κόστος των καυσίμων μετατρέπεται σε πολιτικό και διπλωματικό δίλημμα: από τη μία η πίεση για φθηνότερη ενέργεια ενόψει των εκλογών και από την άλλη ο κίνδυνος να αποδυναμωθεί η οικονομική πίεση προς τη Μόσχα, χωρίς να είναι βέβαιο ότι οι πρόσθετες ποσότητες ρωσικού ντίζελ θα προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση στην αμερικανική αγορά.